Έπου θεώ, Νόμω πείθου, Θεούς σέβου, Γονείς αίδου, Γνώθι μαθών, Ήττο υπό δικαίου, Ακούσας νόει, Σεαυτόν ίσθι, Γαμείν μέλλε, Καιρόν γνώθι, Φρόνει θνητά, Ξένος ών ίσθι, Εστίαν τίμα, Άρχε σεαυτού, Φίλοις βοήθει, Θυμού κράτει, Πρόνοιαν τίμα, Φρόνησιν άσκει, Όρκω μή χρώ, Φιλίαν αγάπα, Δόξαν δίωκε, Παιδείας αντέχου, Ψέγε μηδένα, Επαίνει αρετήν, Σοφίαν ζήλου, Καλόν εύ λέγε, Πράττε δίκαια, Ευγένειαν άσκει, Φίλους ευνόει, Εχθρούς αμύνου, Κακίας απέχου, Κοινός γίνου, Ελπίδα αίνει, Φυλακή πρόσεχε, Φθονεί μηδένι, Ευεργεσίας τίμα, Ο μέλλεις δός, Τέχνη χρώ, Υφορώ μηδένα, Λαβών αποδός, Ήθος δοκίμαζε, Σοφοίς χρώ, Έυχου δυνατά, Φόνου απέχου, Γνούς πράττε, Φιλόσοφος γίνου, Όσια κρίνε, Ευλόγει πάντας, Διαβολήν μίσει, Δόλον φοβού, Έχων χαρίζου, Υιούς παίδευε, Πάσιν αρμόζου, Ικέτας αίδου, Ύβριν μίσει, Όρα τό μέλλον, Χρόνου φείδου, Μηδέν άγαν, Μέτρον άριστον, Φίλω χαρίζου, Ίδια φύλαττε, Άκουε πάντα, Αλλοτρίων απέχου, Έυφημος ίσθι, Δικαίως κτώ, Αγαθούς τίμα, Κριτήν γνώθι, Γάμους κράτει, Τύχην νόμιζε, Εγγυήν φεύγε, Απλώς διαλέγου, Ομοίοις χρώ, Δαπανών άρχου, Κτώμενος ήδου, Αισχύνην σέβου, Χάριν εκτέλει, Ευτυχίαν εύχου, Τύχην στέργε, Εργάζου κτητά, Ακούων όρα, Παίς όν κόσμιος ίσθι, Γλώτταν ίσχε, Όνειδος έχθαιρε, Κρίνε δίκαια, Ύβριν αμύνου, Αιτίω παρόντα, Χρώ χρήμασιν, Λέγε ειδώς, Φθιμένους μή αδίκει, Αλύπος βίου, Ομίλει πράως, Φιλοφρόνει πάσιν, Ευγνώμων γίνου, Γυναικός άρχε, Ηδονής κραττείν, Υιοίς μη κατάρω, Σεαυτόν εύ ποίει, Ευπροσήγορος γίνου, Πίνων άρμοζε, Μελέτει τό πάν, Μή θρασύνου, Βουλεύου χρόνω, Πόνει μετ΄ ευκλείας, Πράττε συντόμως, Αποκρίνου έν καιρό, Έριν μίσει, Πρεσβύτης εύλογος, Ηβών εγκρατής, Ατυχούντι συνάχθου, Οφθαλμού κράτει, Ομόνοιαν δίωκε, Άρρητον κρύπτε, Τό κρατούν φοβού, φιλίαν φύλαττε, Καιρόν προσδέχου, Έχθρας διέλυε, Τό συμφέρον θηρώ, Ευφημίαν άσκει, Γήρας προσδέχου, Απέχθειαν φεύγε, Επί ρώμη μή καυχώ, Πλούτει δικαίως, Δόξαν μή λείπε, Κακίαν μίσει, Κινδύνευε φρονίμως, Πλούτω απίστει, Χρησμούς θαύμαζε, Απόντι μή μάχου, Μανθάνων μή κάμνε, Σεαυτόν αίδου, Ούς τρέφεις αγάπα, Μή άρχε υβρίζειν, Επαγγέλου μηδενί, Τελεύτα άλυπος, Πρεσβύτερον αίδου, Χαρίζου αβλαβώς, Νεώτερον δίδασκε, Τύχη μή πίστευε, Μή επί παντί λυπού, Επί νεκρώ μή γέλα, Εύ πάσχε ώς θνητός, Βίας μή έχου, Έξ ευγενών γέννα, Μέσος δίκαιος, Τώ βίω μή άχθου, Πέρας επιτελεί μή αποδειλιών, Φειδόμενος μή λείπε, Αδωροδόκητος δίκαζε, Προγόνους στεφάνου, Αμαρτάνων μετανόει, Πράττε αμετανοήτως, Θνήσκε υπέρ πατρίδος.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Τα ταφικά έθιμα στην Ελλάδα από τα αρχαία έως τα νεότερα χρόνια


ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΟΛΙΘΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ


Το αρχαιότερο ανθρωπολογικό λείψανο στο Αιγαίο είναι το κρανίο που αποκαλύφθηκε στο σπήλαιο των Πετραλώνων, στη Βόρεια Ελλάδα. Παρά το ότι οι συνθήκες εύρεσης και χρονολόγησής του παραμένουν προβληματικές (χρονολογείται στο 160,000-240,000 π.Χ.)
τέτοιου είδους κατάλοιπα (π.χ. ευρήματα από τη θέση Atapuerca στην Ισπανία 300.000 π.Χ.) αποτελούν τις κύριες πηγές πληροφόρησης για την πρακτική ταφής για αυτή την περίοδο. Μόνο κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική υπάρχουν παραδείγματα ταφών, με ίχνη προσφορών (λίθινα εργαλεία). Αυτές προέρχονται από λίγες σε αριθμό θέσεις όπως τα σπήλαια της Θέοπετρας, Θεσσαλίας και Απήδημα Πελοπoννήσου.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΕΣΟΛΙΘΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Νεκροταφεία και Ταφικές Πρακτικές

Σημαντικές ενδείξεις ταφών προέρχονται από το σπήλαιο Φράγχθι στην Πελοπόννησο και από το σπήλαιο Θεόπετρα στη Θεσσαλία. Στο σπήλαιο Φράγχθι, κατά την Νεώτερη Νεολιθική Περίοδο, επιλέχθηκε σημείο, κοντά στην είσοδο, για την ταφή επτά ενηλίκων και δύο νηπίων. Άλλα σκελετικά λείψανα αποτέθηκαν αργότερα σε αβαθείς κοιλότητες οι οποίες καλύπτονταν με πέτρες. Πιθανόν συνοδεύονταν από κτερίσματα. Ίχνη καύσης νεκρών προέρχονται από την ίδια θέση.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ


Ταφικές Πρακτικές
Για την Νεολιθική Περίοδο δεν υπάρχουν ακόμη αρκετές πληροφορίες αναφορικά με την πρακτική και τα έθιμα ταφής. Έως σήμερα επισημαίνονται τρεις διαφορετικές πρακτικές ταφής:

1. Ταφές στο εσωτερικό κατοικημένων χώρων: κυρίως για νήπια, ανήλικους και γυναίκες (π.χ., σπήλαιο Φράγχθι, Κνωσός, Σέσκλο Θεσσαλίας, Νέα Νικομήδεια στη βόρεια Ελλάδα κλπ). Λαμβάνουν χώρα σε απλούς λάκκους, εκτός των οικιών ή πιο σπάνια στο εσωτερικό αυτών, στο έδαφος. Πρόκειται για την πιο συνηθισμένη πρακτική ταφής αυτής της περιόδου.

2. Καύση των νεκρών σε επιλεγμένη θέση, εκτός των ορίων του οικισμού. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της θέσης Σουφλί Μαγούλα, στη Θεσσαλία, το οποίο χρονολογείται στην 6η χιλιετία π.Χ. (Gallis 1982). Η καύση των νεκρών έγινε πυρές κυκλικού σχήματος. Οι νεκροί ενταφιάστηκαν σε αβαθείς κοιλότητες. Τα αγγεία αποτελούν τα συνήθη κτερίσματα των λειψάνων.

3. Κατά την ανακομιδή φυλάσσονται κρανία και επιλεγμένα μέρη του σώματος (π.χ., Πρόδρομος, Θεσσαλία). Η πρακτική αυτή συναντάται και κατά την Ύστερη Νεολιθική Περίοδο.

Η έλλειψη αρχαιολογικών ενδείξεων αναφορικά με τις συλλογικές ταφές στην Πρώιμη Νεολιθική Περίοδο και οι λιγοστές ενδείξεις ταφικών εθίμων (π.χ. προσανατολισμός σώματος, κτερίσματα κλπ) σε περιπτώσεις ταφών εντός των οικισμών δικαιολογεί την υπόθεση ότι τα παραπάνω παραδείγματα θα πρέπει να γίνουν αντιληπτά ως εξαιρέσεις και όχι σαν καθεστώς καθώς αφορούν «άτομα τα οποία δεν αντιπροσωπεύουν τυπικά δείγματα ταφών…κυρίως γιατί δεν έχουν συμπληρώσει την απαιτούμενη ηλικία ή δεν έχουν την κατάλληλη θέση στο κοινωνικό σύνολο» (Perles 2001:277, 279). Είναι πιθανό ότι η πλειονότητα του πληθυσμού δεν ενταφιάζονταν εντός ή κοντά σε οικίες. Ωστόσο, σύμφωνα με τις περιπτώσεις 2 και 3, ποσοστό των εκλιπόντων θα συνδέονταν άμεσα με τη ταυτότητα ολόκληρης της κοινότητας και την ομόνοια μεταξύ των ζώντων.


Νεκροταφεία
Νεκροταφεία της Ύστερης Νεολιθικής περιόδου έχουν αποκαλυφθεί σε διάφορες περιοχές. Σε πολλή καλή κατάσταση βρίσκεται το νεκροταφείο στην θέση Κεφάλα, στην Κέα (Κυκλάδες) και στη θέση Θαρρούνια στην Εύβοια. Και στις δύο περιπτώσεις οι τάφοι είναι κτιστοί ή λιθοπερίβλητοι με τοιχώματα επενδυμένα εσωτερικά με μικρές πέτρες και καλυμμένοι από πλάκες. Οι ταφές είναι ατομικές ή πολλαπλές. Αγγεία από πηλό και από μάρμαρο τοποθετούνται δίπλα στο σώμα. Η καύση των νεκρών συνεχίζεται και κατά την Ύστερη Νεολιθική περίοδο (π.χ. Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου, Σουφλί, Θεσσαλία. Gallia 1982).

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΙΜΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ
Οι ενδείξεις ταφών κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού και ιδιαίτερα κατά την ΠΧ ΙΙ Εποχή αυξάνονται σημαντικά. Τα παραδείγματα των νεκροταφείων με λακκοειδείς ή χτιστούς τάφους εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα. Σημαντικές πληροφορίες εθίμων ταφής απορρέουν από οργανωμένα νεκροταφεία που χρονολογούνται στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού ΙΙ (ΠΧ ΙΙ). Ο ενταφιασμός είναι η κύρια πρακτική ταφής (έως σήμερα δεν υπάρχουν ίχνη καύσης νεκρών). Στις Κυκλάδες τα νεκροταφεία παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές γεγονός που μας επιτρέπει να τα διαχωρίσουμε σε ειδική κατηγορία. Στη μελέτη του Ντούμα (1977) δίδεται πλήρης περιγραφή των χαρακτηριστικών τους. Αυτά είναι:

1. Τα έθιμα ταφής αφορούν τη στάση του νεκρού, ο οποίος τοποθετείται σε συνεσταλμένη στάση, την επένδυση του δαπέδου, τη στήριξη του κρανίου σε λίθο και τη συνοδεία του νεκρού με κτερίσματα όπως κεραμική, αγγεία από μάρμαρο και σπανιότερα ειδώλια, λίθινες χάντρες, χάλκινες περόνες, βελόνες, λεπίδες, κλπ. Οι Κυκλαδικές ταφές έχουν λιγοστά κτερίσματα.

2. Οι τάφοι είναι απλοί ή έχουν όροφο. Όταν ο τάφος γεμίσει, σε μια ένδειξη σεβασμού προς τα λείψανα του νεκρού, παραμερίζονται τα μακριά οστά προς τα τοιχώματα και ο νέος νεκρός ενταφιάζεται στο χώρο που είναι πλέον διαθέσιμος. Ορισμένοι από αυτούς τους τάφους θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως πραγματικά οστεοφυλάκια.

Ο απλός ενταφιασμός, σύμφωνα με τους ανασκαφείς των τύμβων (Λευκάδα και Ολυμπία), αποτελεί την κύρια πρακτική ταφής ενώ σπανιότερα επιλέγεται πρακτική της καύσης των νεκρών. Ο απλός ενταφιασμός περιλαμβάνει την ταφή του νεκρού στο ένα πλευρό με διπλωμένα τα χέρια και τα σκέλη κοντά στο πρόσωπο και την συνοδεία κτερισμάτων (κεραμική, λίθινα, οψιανός, χάλκινα εργαλεία κλπ) τα οποία διαφοροποιούνται ίσως ανάλογα με την κοινωνική θέση του νεκρού.

Ταφικές Πρακτικές
Τρεις κύριοι τύποι ταφής υπάρχουν. Αυτοί είναι οι παρακάτω:
1. Τα νεκροταφεία της Κυκλαδικής Περιόδου (ΠΕΧ) περιλαμβάνουν συστάδες, οργανωμένες σε επίπεδα ή διαχωρισμένες με ογκόλιθους (π.χ., Χαλανδριανή, Σύρος). Οι συστάδες θα μπορούσαν να ανήκουν σε μικρές κοινωνικές ομάδες ή σε οικογένειες (Tsountas 1898). Η πλειονότητά τους εντοπίζεται σε πλαγιές στη Μήλο, με εξαίρεση εκείνες που εντοπίζονται σε επίπεδες περιοχές. Προκειμένου της υποστήριξής τους διαμορφώνονται αναλληματικοί τοίχοι κατά μήκος της πλαγιάς. Αν και τα νεκροταφεία αυτής της περιόδου αποτελούνται συνήθως από 15-20 τάφους έχουν εντοπιστεί και νεκροταφεία με περισσότερους από 50 τάφους. Για παράδειγμα στη Χαλανδριανή στη Σύρο αποκαλύφθηκε μια νεκρόπολη με 600 τάφους.

2. Στα νεκροταφεία των Κυκλάδων δεν υπάρχει μια σταθερή επιλογή προσανατολισμού των τάφων. Ακολουθείται κυρίως η γεωμορφολογία του εδάφους (προς τα ανατολικά, προς τα δυτικά, προς τα νότια κλπ.)

3. Οι τύποι των τάφων περιλαμβάνουν απλούς λάκκους (δηλαδή υπόγειους, σε ευθεία γραμμή, λάκκους οι οποίοι καλύπτονται με πλάκα), λάκκους που περικλείονται από λιθόκτιστο τοιχίο και λαξευμένους στο βράχο τάφους (ορθογώνια σκάμματα με είσοδο και δρόμο). Αυτοί οι τύποι συνεχίζουν και κατά τις υπόλοιπες υποπεριόδους

Σε γενικές γραμμές οι πρακτικές ταφής και τα νεκροταφεία έχουν ομοιότητες με τα αντίστοιχα της ηπειρωτικής Ελλάδας (Μάνικα, Αγ. Κοσμάς), της Κρήτης (Αγ. Φωτιά) και της Μ. Ασίας (Ιασσός). Οι ομοιότητες αυτές ωθούν τους μελετητές στην υπόθεση ανταλλαγών (εμπόριο, αποικίες;) ή πολιτιστικών επιρροών ανάμεσα στις Κυκλάδες και στον υπόλοιπο κόσμο, ειδικά κατά την περίοδο ΙΙ (Κέα-Σύρος).

Στην ηπειρωτική Ελλάδα συναντάται ποικιλομορφία ταφικών πρακτικών. Εκτός από εκείνες που φαίνεται να έχουν επιρροές από τις Κυκλάδες (κυρίως κιβωτιόσχημοι, λάκκοι με λίθινες πλάκες ή τοίχους χτισμένους με βότσαλα) άλλοι τύποι τάφων είναι ο θαλαμοειδής και οι τύμβοι. Οι θαλαμοειδείς τάφοι που αποκαλύφθηκαν στην Κόρινθο, στο Ελαφονήσι, στη Νέα Μάκρη, στη Μάνικα κλπ είναι κυκλικοί ή τραπεζοειδείς, με είσοδο (στόμιο;) και δρόμο. Οι τύμβοι από ωμή πλίνθο ή από χώμα και χαλίκια προαναγγέλλουν κυρίως τις ιδιαιτερότητες της περιόδου ΙΙΙ (ΠΕ ΙΙΙ).


ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΜΕΣΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ

Νεκροταφεία

Κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού δεν παρατηρείται ουσιαστική μεταβολή ως προς την αρχιτεκτονική των τάφων και των ταφικών πρακτικών, γεγονός που σημαίνει ίσως μια πολιτιστική συνέχεια από την προηγούμενη περίοδο. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι ότι επιλέγεται η ταφή εντός των ορίων του οικισμού (σε αυτή την περίπτωση τα παιδιά ενταφιάζονται σε τάφους που σκάβονται μέσα στα σπίτια, μέσα σε εγκαταλελειμμένα σπίτια ή νεκροταφεία σε μικρή απόσταση από τον οικισμό). Όσον αφορά τους τύπους των τάφων διακρίνονται σε: πιθοειδείς, κιβωτιόσχημους, χτιστούς τάφους και σε ταφικούς τύμβους. Στις Μυκήνες, στον ταφικό κύκλο Β, εντοπίζεται ένας νέος τύπος τάφου, ο λακκοειδής. Οι τοίχοι του είναι επενδυμένοι από λίθους ή είναι λαξευμένοι στο βράχο.

Ταφικές Πρακτικές

Όσον αφορά τις ταφικές πρακτικές αυτή την περίοδο διατηρείται τακτική της εκτεταμένης στάσης του νεκρού και της πολλαπλής ταφής. Οι τάφοι της ΜΧ Περιόδου χαρακτηρίζονται από τα πενιχρά κτερίσματα. Τα πιο συνηθισμένα είναι οι πρόχοι, τα κύπελλα και οι φιάλες τα οποία παραπέμπουν ίσως στο έθιμο του νεκρόδειπνου. Επιπλέον των παραπάνω κτερισμάτων εντοπίζονται αποθηκευτικά αγγεία, μαγειρικά σκεύη, κοσμήματα, εργαλεία από μέταλλο και οψιανό. Οι λακκοειδής τάφοι περιλαμβάνουν κτερίσματα ιδιαίτερης αξίας όπως χρυσές χάνδρες, κύπελλα, κοσμήματα και άλλα τέχνεργα τα οποία προορίζονται για την ένδυση του σώματος.. Σε ορισμένες περιπτώσεις λείψανα αλόγων συνοδεύουν τον νεκρό. Τέλος, ένας νέος τύπος τάφου που εμφανίζεται αυτή την περίοδο, είναι εκείνος του πολεμιστή. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο νεκρός πολεμιστής συνοδεύεται από τον εξοπλισμό του (π.χ., Αίγινα).

Οι ταφικές πρακτικές, εκτός από τις ενδείξεις ύπαρξης μιας άρχουσας τάξης (εύπορες οικογένειες, πολεμιστές κλπ) γεγονός που υποδηλώνει πολιτική διαφοροποίηση, δίνουν έμφαση στη συλλογικότητα, είτε υπό τη μορφή της οικογένειας είτε υπό τη μορφή των εκτεταμένων οικογενειών.


ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ YΣΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ

Νεκροταφεία

Κατά την Ύστερη Μυκηναϊκή Ι-ΙΙ Περίοδο φαίνεται ότι αντίληψη γύρω από το θάνατο διαφοροποιείται. Κατά πρώτον η κατασκευή των τάφων προϋποθέτει κατασκευαστικές γνώσεις και και τα κτερίσματα δεν αναλογούν με εκείνα των προηγούμενων περιόδων. Η αντίληψη αυτή σχετίζεται με την ανάγκη κατασκευής εντυπωσιακών θαλαμοειδών και θολωτών τάφων οι οποίοι εξαρτώνται άμεσα από την κοινωνική θέση των Μυκηναίων νεκρών (στρατιωτική αριστοκρατία;). Η εξύμνηση του θανάτου αποτελεί ένα κοινό χαρακτηριστικό των Μυκηναίων. Επιπλέον διακρίνεται μια συνέχεια ως προς τη διατήρηση των νεκροταφέιων εντός των ορίων των οικισμών ενώ φαίνεται ότι οι τύποι των απλών λάκκων ή των κιβωτιόσχημων τάφων κληροδοτήθηκαν από τη ΜΕ Περίοδο.

Το καλύτερο παράδειγμα των λακκοειδών τάφων είναι εκείνο του Ταφικού Κύκλου Α των Μυκηνών. Οι τάφοι αποτελούνται από ένα σκάμμα και τοίχους που περικλείουν το λάκκο, αν και σε μερικές περιπτώσεις φαίνεται ότι οι πάσσαλοι της οροφής υποστηρίζονται από βραχότμητες αντηρίδες (Cavanagh and Mee 1998). Θολωτοί τάφοι της ΥΕ Ι Περιόδου υπάρχουν στην Πελοπόννησο και ειδικότερα στη Μεσσηνία και στην Αργολίδα. Ορισμένοι είχαν κατασκευαστεί στις ακροπόλεις αλλά οι περισσότεροι γνωστοί τάφοι αυτής της περιόδου (Κακόβατος, Βαφειό) είχαν κατασκευαστεί σε απόσταση 100μ. από τον οικισμό. Η θέση του τάφου εξαρτάται μάλλον από την κοινωνική θέση του νεκρού. Ως προς την αρχιτεκτονική οι θολωτοί τάφοι διακρίνονται από τα ισχυρά τείχη (Κυκλώπεια), τη θόλο, το ανακουφιστικό τρίγωνο της εισόδου και τον επενδυμένο με λίθους δρόμο. Στο εσωτερικό των τάφων υπάρχουν θάλαμοι και απλοί λάκκοι.

Η Ύστερη Μυκηναϊκή ΙΙΙ Περίοδος χαρακτηρίζεται από την αποδιοργάνωση της Μυκηναϊκής γραφειοκρατίας και της κρατικής μηχανής καθώς και από τη μετακίνηση πληθυσμού σε νησιά του Αιγαίου, στην Κρήτη και στην Κύπρο. Η τυπολογία των τάφων και των νεκροταφείων δεν παρουσιάζει σημαντικές διαφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνεχίζεται η χρήση τάφων της προηγούμενης περιόδου (κυρίως στην Πελοπόννησο) χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν δημιουργήθηκαν νέα μνήματα (Αχαΐα, Πελοπόννησος, κεντρική Ελλάδα) και νέα νεκροταφεία (νησιά του Αιγαίου). Διατηρώντας τη συνήθεια του παρελθόντος οργανώνονται εντός των ορίων των οικισμών, σκαμμένοι ανάμεσα σε κατοικίες (Τίρυνθα) ή σε εγκαταλελειμμένες κατασκευές (Μυκήνες). Οι ταφικοί τύμβοι κατανεμημένοι στην περιφέρεια των οικισμών (Θεσσαλία, Μ. Ασία, Κρήτη) εξακολουθούν να κατασκευάζονται ενώ οι θολωτοί τάφοι διατηρούνται μόνο υπό το εθιμοτυπικό τοπικών παραδόσεων. Νεκροταφεία εκτός των ορίων των οικισμών, για παράδειγμα στην Περατή είναι ακόμη σε χρήση.


Ταφικές Πρακτικές
Τα κτερίσματα, του συνόλου των τάφων του Κύκλου Α των Μυκηνών, ήταν στο σύνολό τους διαταραγμένα (μικρός αριθμός βρέθηκε άθικτος). Οι θολωτοί τάφοι περιείχαν πολλαπλές ταφές ανδρών και γυναικών. Η κύρια πρακτική ταφής ήταν ο ενταφιασμός αν και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υφίστατο και η πρακτική της καύσης, ιδιαίτερα σε μετέπειτα περιόδους. Ο νεκρός συνοδεύονταν από τα κοσμήματά του, πολύτιμους λίθους, όπλα (ξίφη), χρυσά και ασημένια κύπελλα. Τα πολύτιμα κτερίσματα χρησιμοποιήθηκαν από ότι φαίνεται ως ένδειξη της κοινωνικής θέσης του νεκρού. Ορισμένοι ερευνητές διακρίνουν σε αυτό το εθιμοτυπικό ένα μέσο επίδειξης. Υποθέτουν ότι κάποιου είδους τελετουργικό ελάμβανε χώρα σε ορισμένους τάφους (στάχτη). Ο νεκρός ενταφιάζονταν σε εκτεταμένη και όχι σε συνεσταλμένη στάση.


ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

ΥΠΟ-ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Ταφικές Πρακτικές και Νεκροταφεία
Κατά τη διάρκεια του 12ου-11ου αι. (Υπο-Μυκηναϊκή Περίοδος) επισημαίνεται σημαντική καινοτομία η οποία διαφοροποιεί εντελώς την πρακτικής ταφής από εκείνη που ίσχυε κατά τη διάρκεια της Μυκηναϊκής Περιόδου: αυτή αφορά την επικράτηση του ενταφιασμού ενός ατόμου σε κάθε λακκοειδή ή θαλαμοειδή τάφο (Desborough 1995). Η Κρήτη και η Μεσσηνία εξακολουθούν την πρακτική των πολλαπλών ταφών. Υποστηρίζεται ότι αυτή η μέθοδος έχει τις ρίζες της στην περιφέρεια του Μυκηναϊκού κόσμου (π.χ., Ήπειρος, Θεσσαλία, κλπ) και εξαπλώθηκε σε μεταγενέστερους χρόνους και σε άλλα γεωγραφικά διαμερίσματα της Ελλάδας.

Η πρακτική του ενταφιασμού συνεχίζει στο Αιγαίο. Συνήθως λάμβανε χώρα σε κιβωτιόσχημους (cist graves), δηλαδή σε ορθογώνιους λάκκους στο έδαφος επενδυμένους με πλάκες ή σε λαξευτούς τάφους. Από τα νεκροταφεία στη Σαλαμίνα και στον Κεραμεικό πληροφορούμαστε ότι αυτοί οι τάφοι ήταν οργανωμένοι σε παράλληλες ευθείες γραμμές. Μικρός σωρός λίθων συγκεμτρώνεται επάνω από αυτούς και σε ορισμένες περιπτώσεις λειτουργεί ως σήμα. Παρά το γεγονός ότι ο ενταφιασμός είναι η κύρια πρακτική ταφής λιγότερο συχνά συναντάται η πρακτικής τηε καύσης - συνήθως ο νεκρός αποτεφρώνεται σε διαφορετικό σημείο από εκείνο που ενταφιάζεται. Ο κατάλογος των κτερισμάτων είναι περιορισμένος δηλαδή εξαντλείται σε κεραμική (αγγεία για λάδι, πρόχους, λύκηθοι) και σε κοσμήματα (κυρίως για τα ενδύματα (πόρπες [fibulae], σπιράλ κλπ.).

Δύο τύποι τάφων συναντώνται: 1. οι θαλαμοειδείς τάφοι οι οποίοι, αυτή την περίοδο, έχουν μικρότερες διαστάσεις (π.χ. Περατή) και 2. τάφοι σε δεύτερη χρήση. Η γενική εντύπωση που αποκομίζεται είναι ότι επιλέγονται οι κατά το δυνατόν πιο οικονομικοί μέθοδοι ενταφιασμού των νεκρών.

ΠΡΩΙΜΗ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Ταφικές Πρακτικές
Η επόμενη περίοδος (Πρώιμη Γεωμετρική, 11ος - 10ος αι. π.Χ.) χαρακτηρίζεται από μια ευρεία διάδοση των ταφικών πρακτικών σε ολόκληρο το Αιγαίο (Lemos 2002:184). Αυτή την περίοδο αναπτύσσονται κυρίως δύο πρακτικές ενταφιασμού.

1. Η μονή ταφή (εξαίρεση: Μεσσηνία, Κρήτη) γίνεται η κύρια πρακτική ταφής σε αντίθεση με τη συνήθεια των πολλαπλών ταφών της προηγούμενης περιόδου. Η αιτία υιοθέτησης νέων τύπων τάφων ανάγεται στο κόστος κατασκευής τους γεγονός που επιβεβαιώνεται από την τεχνοτροπία της κατασκευής (βλ. και τις διπλές ταφές, Lemos 2002:189). Η καινοτομία αυτή θα μπορούσε να προέρχεται από την περιφέρεια του Μυκηναϊκού κόσμου.

2. Η καύση των νεκρών, η οποία χρησιμοποιήθηκε μόνο για ενήλικες, σύμφωνα με τις ενδείξεις από τον Ελλαδικό χώρο, αποτελεί νέα πρακτική ταφής (Lemos 2002). Είναι κληροδότημα μάλλον των Μυκηναίων οι οποίοι το είχαν υιοθετήσει από τους Χετταίους, γεγονός που εξηγεί και τον τρόπο διάδοσης από την Μ. Ασία στην Ελλάδα. Πιθανόν είναι η εποχή κατά την οποία αφομοιώνονται εθιμοτυπικά με συμβολική σημασία (Lemos 2002, 186ff).

Τα υπολείμματα της καύσης των νεκρών φυλάσσονταν σε τεφροδόχους οι οποίες ενταφιάζονταν σε θαλαμοειδείς τάφους. Η πλειονότητα των Πρώιμων Γεωμετρικών ταφών ήταν ανακομιδές καθώς λίγες πυρρές έχουν εντοπιστεί (π.χ., Νέα Ιωνία) στα σημεία ταφής. Στην Αττική, τα αποτεφρωμένα λείψανα φυλάσσονται σε τεφροδόχα αγγεία — κυρίως σε αμφορείς με λαβές στο λαιμό για τους άνδρες και σε αμφορείς με λαβές στην κοιλιά για τις γυναίκες - τα οποία ετοποθετούντο σε κυκλική κοιλότητα τετράγωνου λακκοειδούς τάφου. Το σημείο των τάφων διακρίνονταν από την ύπαρξη τύμβων. Η πλειονότητα των ενηλίκων, με λίγες εξαιρέσεις, αποτεφρώνονταν. Τα κτερίσματα περιλάμβαναν όπλα, κοσμήματα, περόνες, αγγεία κλπ.

Ο ενταφιασμός παρέμεινε η κύρια πρακτική ταφής για τα παιδιά, τα οποία θάβονταν σε μικρότερους λάκκους απλούστερης κατασκευής. Ωστόσο, σε αρκετές περιοχές συνυπήρχε η πρακτική του ενταφιασμού με την πρακτική της καύσης, γεγονός που αποδεικνύει ότι και οι δύο μέθοδοι χρησιμοποιούνταν από το ίδιο κοινωνικό σύνολο στην ίδια χρονική περίοδο. Τα κτερίσματα στους ενταφιασμούς περιορίζονται σε μικρογραφίες αντικειμένων για τα παιδιά ενώ στην περίπτωση καύσης ποικίλουν ανάμεσα σε αγγεία (πρόχους, φιάλες), ειδώλια από πηλό, λιγοστά κοσμήματα και αιχμές δόρατος.
Νεκροταφεία
Οι ταφές οργανώνονται σε νεκροταφεία (πάνω από 30 τάφους) ή σε συστάδες τάφων (2-3 τάφοι). Τα νεκροταφεία που χρησιμοποιήθηκαν για μακρό χρονικό διάστημα βρίσκονταν στην Αθήνα, στο Λευκαντί, στην Ασίνη, στην Αταλάντη, στην Κω και στην Κρήτη. Μικρότερες συστάδες τάφων ίσως υποδηλώνουν ότι αποτελούν μέρος μιας μικρότερης κοινωνικής ομάδας ή ότι αποτελούν τμήμα ενός μεγαλύτερου νεκροταφείου το οποίο ακόμη δεν έχει ανασκαφεί. Η θέση του νεκροταφείου είναι πολλές φορές δύσκολο να συσχετιστεί με την εγκατάσταση την οποία εξυπηρετεί (π.χ. Αγορά). Όταν αυτό είναι εφικτό (π.χ., Λευκαντί κοντά στην Ξερόπολη), διαπιστώνεται ότι πρόκειται για νεκροταφεία εκτός των ορίων του οικισμού. Αυτή την περίοδο διακρίνεται μια προσπάθεια διαχωρισμού του γένους.

ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ


Νεκροταφεία και Ταφικές Πρακτικές
Κατά τη διάρκεια του 9ου και 8ου αι. π.Χ. (Γεωμετρική Περίοδος) η κύρια πρακτική ταφής είναι η καύση. Η πρακτική του ενταφιασμού διατηρείται κυρίως στην Αθήνα. Ίχνη της εντοπίζονται στα μεγάλα νεκροταφεία της Οδού Πειραιώς και Κυνοσάργων, τα οποία ιδρύθηκαν από κρατούσες Αθηναϊκές οικογένειες. Διαπιστώνεται καύσης είναι σπάνια στην Αθήνα (με εξαίρεση το νεκροταφείο στην οδό Κριεζή - εδώ ο τύπος του τεφροδόχου αγγείου έχει διαφοροποιηθεί - αντί για αμφορέα από πηλό αποκαλύπτεται λέβητας από χαλκό, πιθανόν σε περιπτώσεις ανδρικών ταφών). Μετά το 700 π.Χ. η πρακτική της καύσης εφαρμόζεται και στα μέλη της αριστοκρατίας.

Σε άλλα σημεία της Ελλάδος, διαπιστώνεται ποικιλομορφία των ταφικών εθίμων. Για παράδειγμα στις βόρειες Κυκλάδες (Τήνος, Νάξος) αποκαλύπτονται μονοί ενταφιασμοί ενώ στα νησιά των νότιων Κυκλάδων (Κίμωλος, Μήλος) η κύρια πρακτική ταφής ήταν η καύση. Στη Θήρα, τους νεκρούς τους οποίους έχουν υποβάλλει στη μέθοδο καύσης εντοπίστηκαν επίσης στη Δονούσα και στη Νάξο (Goldstream 2003). Στη Νάξο, 20 ταφικοί τύμβοι αποκαλύφθηκαν κοντά σε οικισμό. Περιείχαν πυρρές καύσης, ενταφισμένες σε ορθογώνιους τάφους. Στην Κρήτη η πρακτική της καύσης φαίνεται να είναι η κύρια μέθοδος ταφής των ενηλίκων. Αναφορές για τα έθιμα ταφής προέρχονται από αγγεία της περιόδου. Η συνηθέστερη σκηνή που απεικονίζεται είναι εκείνη της πρόθεσης, αποδίδοντας το νεκρό να περιβάλλεται από τους θρηνούντες. Ορισμένα αγγεία αποδίδουν την εκφορά δηλαδή τη μεταφορά του νεκρού και την πομπή από πολεμιστές και άρματα. Το εθιμοτυπικό αυτό αντανακλά την τιμή προς το νεκρό και αφορά κυρίως τις αριστοκρατικές οικογένειες.

Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει στη λατρεία των ηρώων αυτής της περιόδου. Μια νέα αντίληψη γύρω από το Μυκηναίο νεκρό και τους θολωτούς τάφους της προηγούμενης περιόδου αναπτύσσεται η οποία ίσως συνδέεται με τη διάδοση της λατρείας των ηρώων. Η παρουσία Γεωμετρικής κεραμική γύρω από αυτούς τους τάφους, χωρίς ενδείξεις χρήσης τους, σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία (π.χ. ιερά αφιερωμένα σε Ομηρικούς ήρωες) δίνουν την εντύπωση ότι ο κόσμος της Γεωμετρικής Περιόδου εντυπωσιάστηκε από το μέγεθος και την ιδιαιτερότητα αυτών των μνημείων και πιθανόν διαμόρφωσε ιστορίες γύρω από το ένδοξο μακρινό παρελθόν. Επιπλέον, μετά το 750 π.Χ. σειρά από αφιερώματα σε αυτούς τους τάφους άρχισε να προσανατολίζει προς μια ηρωική λατρεία, συχνά συνδεδεμένη με γνωστούς Ομηρικούς ήρωες (π.χ., Οδυσσέα, Αγαμέμνονα, Μενέλαο κλπ.).

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Ταφικές Πρακτικές
Κατά την Αρχαϊκή Περίοδο εφαρμόστηκε κυρίως η πρακτική της καύσης, ίσως επιρροή της Ανατολής. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πρακτικής απλού ενταφιασμού. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η καύση επιλέγονταν προς χάριν του νεκρού καθώς θεωρούνταν απαραίτητη για την απελευθέρωση της ψυχής. Οι στάχτες φυλάσσονταν σε ένα αμφορέα και ενταφιάζονταν σύμφωνα με το εθιμοτυπικό του ενταφιασμού.

Αυτή την περίοδο η καύση πραγματοποιούνταν στο σημείο ταφής (μέχρι τότε προτιμούνταν η ανακομιδή των υπολειμμάτων καύσης).
Νεκροταφεία
Τα νεκροταφεία βρίσκονται εκτός των τειχών της πόλης. Επιμελημένα ταφικά σήματα κατασκευάζονται στο σημείο ταφής. Το όνομα του νεκρού, της οικογένειας και του καλλιτέχνη της στήλης χαράσσονταν επάνω σε αυτή.


ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Ταφικές Πρακτικές
Στην Εποχή του Ομήρου υπήρχε η αντίληψη ότι ο νεκρός κατευθύνονταν προς τον Άδη, αντίληψη που κυριάρχησε και κατά την Κλασική Περίοδο. Τον 5ο αι. π.Χ. η διαδικασία αυτή γίνονταν σταδιακά. Απαιτούνταν η καθοδήγηση του Χάρου και του Ερμή Ψυχοπομπού προκειμένου να περάσει η ψυχή στον Κάτω Κόσμο.

A. Ενταφιασμός
Ο ενταφιασμός περιλάμβανε τα παρακάτω στάδια:

1. την πρόθεση
2. την εκφορά
3. το περίδειπνο
4. τις ετήσιες προσφορές στη μνήμη των νεκρών

Η πρόθεσις γινόταν μια ημέρα μετά το θάνατο. Διαρκούσε μια ημέρα κατά την οποία πραγματοποιούνταν τα, σύμφωνα με την παράδοση, μοιρολόγια και η τελευταία επίσκεψη των συγγενών και των φίλων. Το σώμα του νεκρού, καλυμμένο με ένα λινό ύφασμα τοποθετούνταν σε μια επιμελημένη κατασκευή (κομμάτι ύφασμα κάλυπτε την ταφικη κλίνη ή το νεκρό σώμα). Γυναίκα του άμεσου περιβάλλοντος του νεκρού φρόντιζε για την προετοιμασία του νεκρού σώματος. Το έπλυνε, το άλειφε με λάδι, το έντυνε και το κοσμούσε με άνθη, στεφάνια και κοσμήματα.

Κατά την τρίτη ημέρα, πριν από τη δύση του ηλίου, γίνονταν η εκφορά του νεκρού. Αυτή προϋπέθετε πομπή, η οποία σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να περάσει σιωπηλά από τους δρόμους της πόλης. Όταν αυτή έφτανε στο σημείο ταφής, το νεκρό σώμα αφήνονταν στο μνήμα. Σύμφωνα με τον Κικέρωνα υπήρχε η συνήθεια να φυτεύουν άνθη σε μια προσπάθεια εξασφάλισης της ανάπαυσης του νεκρού και του εξαγνισμού του εδάφους. Άλλοι αρχαίοι συγγραφείς μας πληροφορούν ότι χοές ελάμβαναν χώρα επάνω από τον τάφο. Μετά την τελετή οι πενθούντες επιστρέφουν στο σπίτι του εκλιπόντος.

Το περίδειπνο ακολουθούσε την ταφή. Πρόκειται για τη συγκέντρωση των συγγενών για φαγητό αφού όμως πρώτα γινόταν ο καθαρμός της οικίας με θυμίαμα και αγιασμό και των ιδίων με πλύσιμο χεριών και κεφαλιού. Ήταν μια ευκαιρία για τους συγγενείς να συγκεντρωθούν και να συζητήσουν γύρω από το πρόσωπο του εκλιπόντος. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά κατάλοιπα - ίχνη από στάχτη, οστά ζώων, όστρακα αγγείων πόσεως, πινάκια και λεκανίδες - τα νεκρόδειπνα θα πρέπει να οργανώνονταν και στο σημείο ταφής. Λαμβάνοντας υπόψη ωστόσο τις γραπτές πηγές το γεύμα σερβιρίζονταν και στα σπίτια. Οι εκδηλώσεις αγάπης και ο κατακερματισμός των αγγείων θα μπορούσαν να ερμηνευθούν σαν μια προσπάθεια προσφοράς ειδών άμεσης ανάγκης στο νεκρό. Οκτώ ημέρες μετά την ταφή οι συγγενείς και οι φίλοι του νεκρού συγκεντρώνονταν στο σημείο ταφής και τελούνταν τα «ένατα» (= εννέα ημέρες από την ταφή).

Δεν είναι γνωστό πότε το πένθος ελάμβανε τέλος. Κάποιου είδους τελετή, η οποία διασφαλίζει ότι έχουν γίνει τα δέοντα απέναντι στο θανόντα (νομιζόμενα) επέτρεπε στην οικογένεια να επιστρέψει στους πρότερους ρυθμούς της ζωής.

Οι τελετές που σχετίζονταν με το θάνατο αποτέλεσαν συχνά το έναυσμα για όσους δεν είχαν κληρονόμους να αποκτήσουν (δηλαδή να υιοθετήσουν) προκειμένου να εξασφαλίσουν την εφαρμοργή του περί του θανάτου εθυμοτυπικού, γεγονός που αποδεικνύει τη σημασία που έδιναν σε αυτές οι άνθρωποι της Κλασικής Περιόδου.


B. Καύση
Η καύση των νεκρών, στην Κλασική Αθήνα, τουλάχιστον έως τον 4ο αι. π.Χ. ήταν μια μη διαδομένη πρακτική. Γίνονταν είτε γίνονταν στο σημείο ταφής είτε με τη μέθοδο της ανακομιδής. Στη δεύτερη περίπτωση τα υπολείμματα της καύσης (στάχτη) τοποθετούνταν σε τεφροδόχο αγγείο από πηλό ή από μέταλλο.

Η καύση εμφανίζεται κατά την Αρχαϊκή Περίοδο. Η πιο συνηθισμένη μέθοδος αφορούσε τον ενταφιασμό μετά από ανακομιδή. Είναι εντυπωσιακή η ποικιλία των τεφροδόχων αγγείων που έχουν εντοπιστεί. Θα πρέπει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι τα εν λόγω αγγεία χρησιμοποιούνταν ως τεφροδόχα σε μια δεύτερη χρήση. Ορισμένα ήταν ακόσμητα και άλλα είχαν διακόσμηση ερυθρόμορφου ρυθμού.

Τοποθετούνται είτε απευθείας στο άδαφος είτε σε λάρνακα. Χάλκινοι λέβητες ή υδρίες (τοποθετημένες σε κιβωτίδια με πώμα) συχνά χρησίμευαν ως τεφροδόχα αγγεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρούνται ίχνη υφάσματος το οποίο κάλυπτε το σώμα ή το αγγείο υποδοχής. Η καύση των παιδιών συναντάται στην Κλασική Αθήνα αλλά σε γενικές γραμμές δεν ήταν καθόλου αποδεκτή. Σε μια περίπτωση έχουν εντοπιστεί υπολείμματα παιδικής καύσης αλλά δεν είναι σίγουρο για το αν πρόκειται όντως για παιδική καύση ή για τα υπολείμματα κτερισμάτων που έχουν καεί σε εκείνο το σημείο.

Νεκροταφεία
Στην Κλασική Περίοδο τα νεκροταφεία βρίσκονται εκτός των ορίων οικισμού. Ο τύπος ταφής εξαρτάται από τη βούληση του ατόμου ή της οικογένειας. Όπως και στις προηγούμενες περιόδους, ο ενταφιασμός και η καύση ήταν οι συνήθης πρακτικές αν και τα ποσοστά της δεύτερης αυξάνονται σημαντικά κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. Το εθιμοτυπικό των τελετών και το είδος των κτερισμάτων δεν διαφέρουν σημαντικά από εκείνα της Αρχαϊκής Περιόδου.

A. Τάφοι

Ο πιο απλός τύπος τάφου ήταν ο λακκοειδής. Πρόκειται για λάκκο σκαμμένο στο έδαφος. Τα τοιχώματα ορισμένες φορές ήταν επενδυμένα με κονίαμα, και το έδαφος καλυμμένο με ένα στρώμα από βότσαλα ή λίθους. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά κατάλοιπα ο τάφος σφραγίζονταν με πλάκες. Τα κτερίσματα τοποθετούνταν είτε μέσα στον τάφο είτε στον περιβάλλοντα χώρο. Ένας τάφος αντιστοιχούσε συνήθως σε ένα άτομο. Πολλαπλές ταφές δεν αναφέρονται συχνά. Η πρακτική αυτή φαίνεται σπάνια και συνδέεται με ειδικά γεγονότα όπως για παράδειγμα με την επιδημία που είχε εξαπλωθεί κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο (Thucydides 3.87).

Οι Κεραμοσκεπείς τάφοι ήταν επίσης διαδεδομένοι τύποι τάφων στους Κλασικούς Χρόνους. Το σώμα ήταν τοποθετημένο είτε απευθείας στο έδαφος είτε πιο σπάνια σε στρώμα από κεραμίδες. Σε ορισμένες περιπτώσεις στρώμα από επίπεδες κεραμίδες το κάλυπταν. Όπως και στις περιπτώσεις των λακκοειδών τάφων έτσι και εδώ τα κτερίσματα τοποθετούνται εντός του τάφου ή στον περιβάλλοντα χώρο του.

Οι τάφοι ήταν είτε ανεξάρτητα κτίσματα είτε αποτελούσαν τμήματα (σε μια ή περισσότερες πλευρές) άλλων κατασκευών. Στο σύνολό τους ή μόνο οι πλευρικοί τοίχοι ήταν κατασκευασμένοι από πλίνθους. Λίθοι κάλυπταν την είσοδο.

Για τους ενηλίκους χρησιμοποιούνταν σαρκοφάγοι από μάρμαρο ή ασβεστόλιθο ενώ για τους ανηλίκους σαρκοφάγοι από πέτρα. Ορισμένες από αυτές ήταν διακοσμημένες και καλύπτονται από πλάκες ή ασβεστόλιθο.

Τα παιδιά ενταφιάζονται σε ορθογώνιους ή σχήματος οβάλ λουτήρες καθώς ήταν πιο εύκολοι και πιο οικονομικοί στην κατασκευή τους. Οι λουτήρες μπορούσαν να τοποθετηθούν η μια επάνω στην άλλη. Ορισμένες φορές διακοσμούνταν εσωτερικά και εξωτερικά. Οι παιδικές ταφές αποκαλύπτονται σε χώρους οι οποίοι χρησιμοποιούνται μόνο για την ταφή ανηλίκων είτε μέσα σε αγγεία είτε σε λάκκους καλυμμένους με κεραμίδες είτε τέλος σε κυκλικούς πήλινους αγωγούς, παρόμοιους με τους αγωγούς νερού.

Τα κενοτάφια ήταν κενοί τάφοι προς τιμή εκείνων που απεβίωσαν σε ξένη χώρα ή προς τιμή εκείνων των οποίων δεν βρέθηκαν τα οστά. Συμπεριλαμβάνταν ανάμεσα στα δημόσια σήματα που βρισκόταν κατά μήκος της οδού Ακαδημίας, στην Αθήνα. Κτερίσματα αποτίθονταν και στα κενοτάφια: σε μερικές περιπτώσεις τοποθετούνταν στον περιβάλλοντα χώρων των σημάτων.

B. Κτερίσματα
Τα κτερίσματα ετοποθετούντο σε πινάκια ή σε συγκεκριμένα σημεία του επενδυμένου δαπέδου ή σε γύρω από το σώμα. Η πλειονότητα αυτών ήταν αγγεία από πηλό (π.χ. κύλικες, λεκανίδες, πινάκια, λευκοί λήκυθοι, γαμικοί λέβητες, υδρίες και χύτρες). Τα παιδιά συνόδευαν συνήθως οινοχόες και θήλαστρα. Λιγότερο συχνά συναντώνται αγγεία από μάρμαρο ή από αλάβαστρο - πυξίδες με πώμα και πλημοχόες.

Επιπλέον επιλέγονταν αγαπημένα αντικείμενα του νεκρού (π.χ. παιχνίδια) και πήλινα ειδώλια (καθιστές ανδρικές μορφές, ζώα). Μικρός αριθμός κοσμημάτων έχουν εντοπιστεί κυρίως δακτυλίδια και ενώτια από χρυσό και χαλκό.

Γ. Δημόσια Σήματα
Δίπλα στα ιερά θεοτήτων και ηρώων, κατά μήκος της οδού Ακαδημίας εντοπίστηκαν ταφικά σύνολα (Pausanias 1.29,2). Σύμφωνα με τον Αθηναϊκό πάτριο νόμο, τα οστά των νεκρών πολεμιστών εναποτίθονταν σε αυτό το σημείο. Δεν είναι η προέλευση και η διάρκεια του εθίμου. Ωστόσο είναι σίγουρο ότι δεν εφαρμόστηκε για τους νεκρούς των μαχών στο Μαραθώνα και στις Πλαταιές. Η μόνη περιγραφή αναφορικά με την τοπογραφία του Δημόσιου Σήματος προέρχεται από τον Παυσανία.

Οι πρωιμότεροι δημόσιοι τάφοι βρίσκονται κατά μήκος του Θεμιστόκλειου τείχους. Καλύφθηκαν μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και η περιοχή ανοικοδομήθηκε. Εκείνη την περίοδο φαίνεται ότι τα δημόσια σήματα αναπτύσσονται και κατά μήκος της οδού Ακαδημίας και του Θριάσιου πεδίου. Στην μια επιφάνειά τους φέρουν συνήθως ανάγλυφες παραστάσεις εφίππων και πολεμιστών και εγχάρακτο το όνομα του νεκρού. Η πόλη τιμούσε το νεκρό κατά την ημέρα ταφής και ετησίως από την ημέρα εκείνη και μετά.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ


Ενταφιασμός
Ο ενταφιασμός περιλάμβανε τα παρακάτω στάδια:

1. την πρόθεση
2. την εκφορά
3. το περίδειπνο
4. τις ετήσιες προσφορές στη μνήμη των νεκρών

Η πρόθεσις γινόταν μια ημέρα μετά το θάνατο. Διαρκούσε μια ημέρα κατά την οποία πραγματοποιούνταν τα, σύμφωνα με την παράδοση, μοιρολόγια και η τελευταία επίσκεψη των συγγενών και των φίλων. Το σώμα του νεκρού, καλυμμένο με ένα λινό ύφασμα τοποθετούνταν σε μια επιμελημένη κατασκευή (κομμάτι ύφασμα κάλυπτε την ταφικη κλίνη ή το νεκρό σώμα). Γυναίκα του άμεσου περιβάλλοντος του νεκρού φρόντιζε για την προετοιμασία του νεκρού σώματος. Το έπλυνε, το άλειφε με λάδι, το έντυνε και το κοσμούσε με άνθη, στεφάνια και κοσμήματα.

Κατά την τρίτη ημέρα, πριν από τη δύση του ηλίου, γίνονταν η εκφορά του νεκρού. Αυτή προϋπέθετε πομπή, η οποία σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να περάσει σιωπηλά από τους δρόμους της πόλης. Όταν αυτή έφτανε στο σημείο ταφής, το νεκρό σώμα αφήνονταν στο μνήμα. Χοές χύνονταν στο έδαφος.

Το περίδειπνο ακολουθούσε την ταφή. Πρόκειται για τη συγκέντρωση των συγγενών για φαγητό αφού όμως πρώτα γινόταν ο καθαρμός της οικίας με θυμίαμα και αγιασμό και των ιδίων με πλύσιμο χεριών και κεφαλιού. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά κατάλοιπα - ίχνη από στάχτη, οστά ζώων, όστρακα αγγείων πόσεως, πινάκια και λεκανίδες - τα νεκρόδειπνα θα πρέπει να οργανώνονταν και στο σημείο ταφής. Λαμβάνοντας υπόψη ωστόσο τις γραπτές πηγές το γεύμα σερβιρίζονταν και στα σπίτια. Οι εκδηλώσεις αγάπης και ο κατακερματισμός των αγγείων θα μπορούσαν να ερμηνευθούν σαν μια προσπάθεια προσφοράς ειδών άμεσης ανάγκης στο νεκρό. Δύο ημέρες μετά την ταφή γίνονταν μια τελετή που ονομάζονταν «τρίτα» ενώ οκτώ ημέρες μετά την ταφή οι συγγενείς και οι φίλοι του νεκρού συγκεντρώνονταν στο σημείο ταφής, όπου τελούνταν τα «ένατα»


B. Καύση
Η καύση του νεκρού γίνονταν είτε γίνονταν στο σημείο ταφής είτε με τη μέθοδο της ανακομιδής. Στη δεύτερη περίπτωση τα υπολείμματα της καύσης (στάχτη) τοποθετούνταν σε τεφροδόχο αγγείο από πηλό ή από μέταλλο.

Η διαφορά ανάμεσα στην Κλασική και στην Ελληνιστική Περίοδο βρίσκεται μόνο στον τύπο του αγγείου υποδοχής των ανθρώπινων λειψάνων. Η τεφροδόχος τοποθετούνταν είτε α) απευθείας στο έδαφος είτε β) σε ένα είδος «φερέτρου» είτε τέλος γ) σε λαξευμένες κόγχες στο εσωτερικό των θαλαμοειδών τάφων. Σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρούνται ίχνη υφάσματος το οποίο κάλυπτε το σώμα ή το αγγείο υποδοχής.

Κτερίσματα
Τα κτερίσματα τοποθετούνταν δίπλα στο νεκρό σώμα - σε πινάκια - ή σε συγκεκριμένα σημεία του επενδυμένου δαπέδου ή σε κόγχες μέσα στους θαλαμοειδείς τάφους. Θα μπορούσαν να διακριθούν σε εκείνα που αποτελούσαν προσωπικά αντικείμενα του νεκρού - αντικείμενα της καθημερινής ζωής - και σε αντικείμενα που κατασκευάζονταν αποκλειστικά για τον τάφο. Κοινά κτερίσματα ήταν τα πήλινα αγγεία ενώ λιγότερο συχνά συνατώνται λίθινα ή από μέταλλο αγγεία, ειδώλια, λυχνάρια, όπλα, κοσμήματα και νομίσματα (π.χ. τοποθετούσαν ένα κέρμα στο στόμα του νεκρού προκειμένου να εξασφαλίσουν την είσοδο του νεκρού τον Άδη;). Τα κτερίσματα επίσης είχαν άμεση σχέση με το επάγγελμα και με την ηλικία του νεκρού. Για παράδειγμα τα όπλα εντοπίζονται σε τάφους ανδρών, τα κάτοπτρα σε τάφους γυναικών και τα παιχνίδια σε τάφους παιδιών.

Η καινοτομία της εποχής αφορά στην περιβολή του νεκρού. Χρυσά στεφάνια έχουν εντοπιστεί και στις δύο πρακτικές ταφής (ενταφιασμό και καύση) ήδη από τον 4ο αι. π.Χ. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν αποκαλυφθεί εγχάρακτες πλάκες με αναθηματικά κείμενα (καταδεσμοί) ή με Ορφικούς ύμνους και Πυθαγόρειες συμβουλές προς τον νεκρό.


Νομοθεσία
Το εθιμοτυπικό της τελετής σχετίζεται με το κόστος ταφής και τη διάρκεια του πένθους. Κατά τα τέλη του 4ου αιώνα, στην Αττική, ο Δημήτριος ο Φαληρέας με διάταγμα απαγορεύει την ανέγερση πολυτελών ταφικών μνημείων και έτσι στο εξής οι επιτύμβιες στήλες με τον εξεζητημένο διάκοσμο θα δώσουν τη θέση τους σε ταπεινούς ταφικούς κιονίσκους που φέρουν απλά το όνομα και την καταγωγή του νεκρού. Η εκφορά δεν επιτρέπεται κατά τις πρωινές ώρες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την Ελληνιστική Περίοδο αυτοί οι περιορισμοί φαίνεται ότι είχαν τοπικό χαρακτήρα και δεν ίσχυαν για όλες ανεξαιρέτως τις περιοχές του Ελληνιστικού κόσμου.

Ένας άλλος νόμος του 3ου αι. π.Χ., που προέρχεται από το Γάμβριο (κοντά στην Πέργαμο), καθορίζει τα σχετικά με τα έθιμα που ακολουθούν την ταφή και με την περίοδο πένθους, όπως επίσης και το κατάλληλο χρώμα ενδυμάτων των πενθούντων.

Νεκροταφεία
Κατά την Ελληνιστική Περίοδο τα νεκροταφεία βρίσκονταν εκτός των ορίων της πόλης (σπάνια εντοπίζονται πλησίον αυτής). Οι τάφοι οργανώνονται σε ομάδες και εξαντλούν το διαθέσιμο χώρο ταφής ενώ ο προσανατολισμός εξαρτάται κυρίως από την γεωμορφολογία του εδάφους.

Στο νεκροταφείο του Κεραμεικού, στην Αθήνα, σε μια προσπάθεια αποφυγής διατάραξης των πρωιμότερων ταφών, αρμόδιοι προχώρησαν στην επικάλυψή τους με χώμα προκειμένου ο χώρος να επαναχρησιμοποιηθεί για τον ίδιο σκοπό. Στην Αλεξάνδρεια τα νεκροταφεία είχαν τη μορφή των νεκροπόλεων, με σαφή διαχωρισμό στο εσωτερικό τους (π.χ. «Οργανωμένη Πόλη των Νεκρών» - οι Αιγύπτιοι ενταφιάζονταν σε διαφορετικό σημείο από τους μη - Αιγύπτιους).

Τάφοι
Η πρακτική ταφής κατά την Ελληνιστική Περίοδο προσομοιάζει με εκείνη της Κλασικής Περιόδου. Ο πιο απλός τύπος τάφου ήταν ο λακκοειδής. Πρόκειται για απλό λάκκο στο έδαφος, ο οποίος καλυπτόταν από χώμα ή από πλάκες. Ένας τάφος αντιστοιχούσε συνήθως σε ένα άτομο και τα κτερίσματα, αν υπήρχαν, τοποθετούνταν εσωτερικά ή εξωτερικά.

Οι τύπος του κεραμοσκεπούς τάφου ήταν αρκετά διαδεδοένος. Το σώμα αφήνονταν είτε απευθείας στο έδαφος είτε σε στρώμα από κεραμίδες, οι οποίες το προστάτευαν. Συχνά με κεραμίδες επένδυαν και τα τοιχώματα του τάφου. Η βασική διαφορά στην πρακτική ταφής ανάμεσα στην Κλασική και Ελληνιστική Περίοδο είναι ότι κατά την πρώτη επιλέγονταν επίπεδες κεραμίδες ενώ κατά δεύτερη κυκλικές.

Ο τύπος του θαλαμοειδούς τάφου ήταν επίσης διαδεδομένος αυτή την περίοδο στην Ελλάδα και κατ΄ επέκταση και στην Κρήτη. Ήταν είτε λαξευτοί είτε χτιστοί. Είχαν ένα ή περισσότερους ορθογώνιους θαλάμους. Κατά την Πρώιμη Ελληνιστική Περίοδο loculi ( = ορθογώνιες κόγχες για σαρκοφάγους ή για τεφροδόχους) λαξεύονταν κατά μήκος των πλευρών του ταφικού θαλάμου.

Ο τύπος του μνημειακού τάφου χρησιμοποιούνταν σε περιπτώσεις πολλαπλών ταφών. Ορισμένοι είχαν τη μορφή του θαλαμοειδούς τάφου, λαξευμένου ή χτιστού (ή συνδυασμό των δύο, ανάλογα με την γεωμορφολογία του εδάφους). Ήταν υπόγειοι ή υπέργειοι και σε μερικές περιπτώσεις (π.χ. οι Μακεδονικοί τάφοι) οι θάλαμοι καλύπτονταν με τύμβους (tumuli). Έπιπλα, όπως ταφικές κλίνες και πιο σπάνια θρόνοι εντοπίζονται στο εσωτερικό των θαλάμων.

Ο αποκαλούμενος τύπος hypogeum ήταν μια διαφορετική απόδοση του μνημειώδους θαλαμοειδούς τάφου. Ήταν υπόγειος τάφος με πολλαπλούς θαλάμους οργανωμένους κατά μήκος του διαδρόμου. Μπορούσε να έχει πιο πολύπλοκη κάτοψη καθώς περισσότεροι από ένας διάδρομοι μπορούσαν να κατασκευαστούν. Στα Χανιά της Κρήτης έχει αποκαλυφθεί ο απλούστερος τύπος hypogeum. Έχει ένα κεντρικό διάδρομο. Κατά μήκος των δύο πλευρών του έχουν λαξευτεί ορθογώνιοι θάλαμοι. Ο κάθε θάλαμος είναι σφραγισμένος με μια πλάκα. Ο διάδρομος αυτός ήταν προσιτός από ένα μακρύ δρόμο.

Ο τύπος του μνημειακού τάφου έχει εντοπιστεί σε νεκροπόλεις οι οποίες βρίσκονται εκτός οικισμών (π.χ. Πέτρα, Κυρήνη κλπ). Βρίσκεται επίσης σε σύνολα τα οποία καταλαμβάνουν μια ολόκληρη έκταση (π.χ. Μακεδονία). Προφανώς κατασκευάστηκαν ως οικογενειακοί τάφοι αν και ορισμένοι από αυτούς χρησιμοποιήθηκαν ως κοινοτικοί. Για παράδειγμα στα νεκροταφεία της Αλεξάνδρειας, κατά τα μέσα του 3ου αι. π.Χ. πολλοί τάφοι οργανώθηκαν για να δεχτούν τα μέλη συντεχνιών, θρησκευτικών οργανώσεων και άλλων ομοειδών κοινωνικών ομάδων.

Υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία ως προς τον τρόπο κατασκευής μνημειωδών τάφων της Ελληνιστικής Περιόδου γεγονός που καθιστά δύσκολη την την τυποποίησή τους. Μπορούσαν να έχουν τη μορφή ενός βωμού, μιας στήλης, ενός πύργου, ενός κύβου, ενός κυλίνδρου, μιας πυραμίδας, μιας σαρκοφάγου, ενός προστώου ή ενός πιο σύνθετου οικοδομήματος, το οποίοι απαρτίζεται από περισσότερα μέρη π.χ. οικίες, προαύλιο ή ναό.
Ο τύπος του Μακεδονικού Τάφου είναι ο πιο χαρακτηριστικός τύπος Ελληνιστικού μνημειώδους τάφου στην Ελλάδα. Αποτελείται από ένα ορθογώνιο ταφικό δωμάτιο, με μια ή δύο κλίνες στο εσωτερικό του. Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν κόγχες στους τοίχους για τα ανθρώπινα λείψανα και τα κτερίσματα. Πίσω από την είσοδο υπάρχει ένα χαμηλό δωμάτιο με είσοδο. Η οροφή είναι κυρίως θολωτή. Δρόμος (=διάδρομος) οδηγεί σε αυτόν. Στους μεγαλύτερους τάφους η είσοδος ήταν διακοσμημένη. Οι τάφοι είναι κατασκευασμένοι από τοπικό ασβεστόλιθο και οι τοίχοι επενδυμένοι με στούκο ορισμένες φορές επίσης διακοσμημένο. Όλη η κατασκευή καλύπτεται με τύμβο (tumulus).

Ο χαρακτηρισμός «Μαυσωλείο» προέρχεται από το μνημειώδη τάφο του Μαύσωλου, δυνάστη της Καρίας, στην Αλικαρνασσό. Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε αργότερα για να υποδηλώσει τάφους που είχαν παρόμοια τυπολογία και εξαιρετική διακόσμηση. Αυτού του είδους τα μνημεία, ιδιαίτερα δημοφιλή στη Μ. Ασία, αποτελούνται από ένα πόδιο με υψηλή κατασκευή στο ανώτερο επίπεδο (συχνά είχε τη μορφή πυραμίδας ή σαρκοφάγου).

Ο τύπος του «ηρώου» είναι ταφικό μνημείο (ποικίλης τεχνοτροπίας) στο οποίο αποδίδονταν η λατρεία του ήρωα. Ήταν συνδυασμός ενός τάφου και ενός ναού. Συχνά υπήρχε βωμός στην εγγύς περιοχή. Φαίνεται ότι κατά την Ελληνιστική Περίοδο διαφοροποιήθηκε η αντίληψη γύρω από το πρόσωπο του νεκρού και την έννοια της αθανασίας με αποτέλεσμα ορισμένες προσωπικότητες να λατρεύονται ως θεότητες ή ως ήρωες. Μετά από την Εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου η λατρεία ηρώων γνώρισε ιδιαίτερη έξαρση στις τοπικές κοινωνίες. Συχνά προς τιμήν τους κατασκευάζονταν εντυπωσιακά οικοδομήματα. Βασικό χαρακτηριστικό τους ήταν ότι ο τάφος περικλείονταν από τέμενος, σαν ιερό. Οι πιο σύνθετες δομές, εκτός των ταφικών κτισμάτων, περιλαμβάνουν, αυτόνομες μονάδες όπως αύλιους χώρους, λουτρά, στάδια κλπ (π.χ. Ηρώο του Αντίγονου Γονατά) ομοιάζοντας σε ένα Γυμνάσιο ή σε μια Βασιλική.

Τα κενοτάφια ήταν τάφοι χωρίς λείψανα προς τιμήν εκείνων που σκοτώθηκαν μακριά από την πατρίδα τους ή προς τιμήν εκείνων των οποίων τα λείψανα δεν βρέθηκαν ποτέ. Κυρίως αφορούν προσωπικότητες του στρατού. Το εθιμοτυπικό ακολουθούσε εκείνο των πραγματικών τάφων. Η τυπολογία τους ποικίλει και μερικές φορές δεν μπορούν εύκολα να διαχωριστούν από τους πραγματικούς τάφους.

Οι ομαδικές ταφές, χωρίς ιδιαίτερη τυπολογία, ήταν απλοί στην κατασκευή τους. Ωστόσο υπάρχουν παραδείγματα ταφικών συνόλων που χρονολογούνται στην Ελληνιστική Περίοδο τα οποία διακρίνονται για την ποιότητα της κατασκευής τους (π.χ. ο ομαδικός τάφος των Λεόντων στην Κνίδο).


Ταφικά Σήματα
Στην περίπτωση των «σημάτων» δεν υπήρχε διαχωρισμός ανάμεσα στον απλό ενταφιασμό και στην καύση των νεκρών. Κατασκευάζονταν από χώμα, πλίνθους ή λίθους και τοποθετούνταν στην κορυφή ή εμπρός από το μνήμα. Ο πιο συνηθισμένος τύπος σήματος ήταν η «στήλη». Ως προς το σχήμα ήταν είτε ορθογώνιες κατασκευές είτε μιμούνταν αρχιτεκτονήματα με αετωματική επίστεψη. Άλλος τύπος σήματος ήταν η «τράπεζα», η οποία είχε τη μορφή χαμηλού τραπεζίου. Σε αυτή την περίπτωση το σήμα εξυπηρετούσε και ως χώρος απόθεσης των προσφορών προς το νεκρό. Στην Ανατολική και Βόρεια Ελλάδα τέτοιου είδους βωμοί γνώριζαν ευρεία διάδοση.

Τα σήματα με μορφή αγαλματιδίων ήταν επίσης γνωστά στην Ελληνιστική Περίοδο. Αυτά μπορούσαν να αναπαριστάνουν τη μορφή του νεκρού, ενός ζώου ή ενός μυθολογικού πλάσματος. Οι μορφές των λιονταριών για παράδειγμα χρησιμοποιούνταν συχνά σε περιπτώσεις ομαδικών τάφων (π.χ. τάφος με απεικόνιση λιονταριού στην Κνίδο). Επιπλέον τύποι σημάτων έχουν το σχήμα κιόνων ή αγγείων (συνήθως υδρίες) ενώ «Ερμαί» και «Φαλλοί» εντοπίζονται σε σημαντικά ποστοστά αυτή την Περίοδο.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤΗΝ ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Ταφικές Πρακτικές
Έως τον 1ο αι. μ.Χ., με λίγες εξαιρέσεις, η κύρια πρακτική ταφής στη Ρώμη ήταν η καύση του σώματος. Κατά τη διάρκεια του 2ου αι. μ.Χ. διαφοροποιήθηκε ο τρόπος έκθεσης τους νεκρού σώματος. Σε περιοχές της Αυτοκρατορία όπου μέχρι τότε κυριαρχούσε το έθιμο της καύσης διαδίδεται η πρακτική του ενταφιασμού. Εξωτερικές επιρροές καλλιεργούν τη συντηρητική εφαρμογή νέων πρακτικών ταφής π.χ. της ταρίχευσης κατά την περίοδο της Ύστερης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας.

Στην Ελλάδα φαίνεται ότι εφαρμόζεται τόσο η ο απλός ενταφιασμός όσο και η καύση των νεκρών, με μεγαλύτερη έμφαση στην πρακτική του ενταφιασμού. Στην Κρήτη ειδικότερα δεν υπάρχουν ενδείξεις υιοθέτησης άλλης πρακτικής εκτός εκείνης του ενταφιασμού. Ένδειξη καύσης θα μπορούσε να αποτελέσει ένα αγγείο (το οποίο θα μπορούσε να είναι τεφροδόχο αγγείο), που βρέθηκε στη Γόρτυνα. Ο τάφος μάλλον ανήκει σε Ιταλό απόδημο καθώς είναι γνωστό ότι μεγάλος αριθμός Ιταλών είχαν εγκατασταθεί στη Γόρτυνα κατά τη διάρκεια του 1ου αι. π.Χ. Τα ταφικά έθιμα στην Κρήτη ακολουθούν το εθιμοτυπικό των προηγούμενων περιόδων. Παρόλα αυτά, μετά από την κατάκτηση της Κρήτης και την εγκαθίδρυση Ρωμαϊκής αποικίας στην Κνωσό (Colonia Iulia Nobilis Cnosus), σημαντικός αριθμός ταφικών πρακτικών αναπτύχθηκε στο νησί.

Η διαδικασία ταφής ενός Ρωμαίου εξαρτώνταν άμεσα από την πολιτική και κοινωνική του θέση. Για ένα κοινό πολίτη η ταφή (funus translaticum) ήταν μια απλή διαδικασία. Στενοί συγγενείς και φίλοι συγκεντρώνονταν στο σπίτι του νεκρού για να τον αποχαιρετήσουν. Η μητέρα του και ο μεγαλύτερος σε ηλικία υιός του έδιναν του έδιναν τον τελευταίο ασπασμό (σαν μια προσπάθεια να κρατηθεί στη μνήμη τους). Στη συνέχεια όλοι μαζί ξεκινούσαν το μοιρολόι. Τα μάτια του νεκρού ήταν σφαλισμένα, το σώμα πλένονταν με ζεστό νερό και μύρα, τα άκρα του σώματος τεντωμένα και ένα μικρό νόμισμα τοποθετημένο ανάμεσα στα δόντια του προκειμένου να πληρώσει για τη διέλευσή του στον Άδη. Σε περίπτωση που ο νεκρός ήταν κάτοχος αξιώματος εξασφαλίζονταν εκμαγείο των χαρακτηριστικών του Το σώμα σε αυτή την περίπτωση ντύνονταν με τήβεννο και τα διακριτικά του αξιώματος τα οποία ο νεκρός φορούσε εν ζωή και τοποθετούνται επάνω σε ένα ταφικό ανάκλιντρο στο atrium, με τα πόδια προς την πόρτα σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί στο αξίωμά τους έως την ώρα της ταφής. Το ανάκλιντρο ήταν στολισμένο με άνθη. Στην είσοδο του σπιτιού ήταν τοποθετημένα κλαδιά πεύκου ή κυπαρισσιού ως ένδειξη ότι το σπίτι ήταν μιασμένο από το θάνατο.

Οι ταφές γίνονταν το βράδυ. Τα παιδιά ηλικίας μικρότερης των 40 ημερών ενταφιάζονταν πριν από τη δύση του ηλίου. Συγγενείς ή στενοί φίλοι (4-8 άνδρες) μετέφεραν στους ώμους τους το ανάκλιντρο με τον νεκρό έως το σημείο της ταφής ή της αποτέφρωσης. Επαγγελματίες γυναίκες μοιρολογήτρες συνόδευαν την πομπή.

Σύμφωνα με το νόμο όλες οι ταφές γινόντουσαν εκτός των ορίων της πόλης. Στο σημείο της ταφής ή της αποτέφρωσης οι παριστάμενοι πετούσαν λίγο χώμα στο πρόσωπο του νεκρού. Στην περίπτωση του απλού ενταφιασμού το σώμα θάπτονταν απευθείας στο χώμα, σε πλήρη έκταση, ή μέσα σε σαρκοφάγο. Σε περίπτωση αποτέφρωσης τμήμα του σώματος, συνήθως οστό από το δάχτυλο θάβονταν στο έδαφος. Σκάπτονταν μικρός λάκκος τον οποίο γέμιζαν με υγρά ξύλα επάνω στα οποία τοποθετούσαν το σώμα. Στη συνέχεια έβαζαν φωτιά. Όταν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία της καύσης τα υπολείμματα καλύπτονταν με τύμβο (tumulus). Η καύση γινόταν είτε στο σημείο ταφής είτε σε ειδικά αφιερωμένο για αποτέφρωση χώρο. Στη δεύτερη περίπτωση ράντιζαν τα υπολείμματα της καύσης με κρασί και τα τοποθετούσαν σε τεφροδόχους ποικίλης τυπολογίας και υλικού. Την παραπάνω διαδικασία την αναλάμβαναν επαγγελματίες.

Συνηθισμένη πρακτική σε αρκετά μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν να δημιουργούν τρύπες ή αγωγούς στους τάφους προκειμένου να μπορούν οι συγγενείς να ρίχνουν φαγητό και ποτό στους νεκρούς. Την ημέρα της κηδείας οργανώνονταν νεκρόδειπνα. Παρόμοια γεύματα γίνονταν εννέα ημέρες μετά την ταφή και κατά τη διάρκεια των μνημόσυνων. Κατά την ημέρα της ταφής οργανώνονταν επίσης τελετές κάθαρσης και εξαγνισμού.

Οι «Εννέα Ημέρες Πένθους» τηρούνταν από τους συγγενείς πρώτου βαθμού. Στο τέλος αυτής της περιόδου προσφέρονταν στο νεκρό μια θυσία (sacrificium novendiale), ένα νεκρόδειπνο (cena novendiali) και οργανώνονταν παιχνίδια στο σπίτι του. Η συνολική περίοδος πένθους ποικίλει από 3 έως 10 μήνες ανάλογα με την ηλικία και το είδος της σχέσης που είχε κάποιος με τον νεκρό. Κατά τη διάρκεια του έτους τελούνταν μνημόσυνα δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα π.χ. κατά την ημερομηνία γενεθλίων του νεκρού ή κατά την επέτειο της ημέρας ταφής. Εκείνες τις ημέρες κατατίθενται άνθη και προσφορές (Violaria, Rosaria) τόσο στις περιπτώσεις ενταφιασμού όσο και στις περιπτώσεις αποτέφρωσης.


Ενταφιασμός προσωπικοτήτων
Σε περιπτώσεις στρατιωτών που έχουν σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης η τυπική διαδικασία ταφής είναι η “funus militare”, δηλαδή η μαζική ταφή η καύση των σωμάτων. Τα έξοδα αναλάμβαναν οι σύντροφοι τους. Σε περιπτώσεις επιφανών πολιτών οργανώνονταν ταφή δημοσία δαπάνη “funus publicus”. Το νεκρό σώμα εκτίθονταν με τιμές και διαβάζονταν ένας πανηγυρικός. Το κόστος της ταφής καλύπτοτναν από το κράτος. Για τους αυτοκράτορες και τα μέλη της οικογένειάς τους οργανώνονταν κηδεία με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπειας“funus imperatorum".


Κτερίσματα
Τα κτερίσματα που αποκαλύφτηκαν σε τάφους της Ρωμαϊκής Περιόδου ήταν κοσμήματα, μέρος στρατιωτικού εξοπλισμού, είδη καλλωπισμού, αγγεία πόσεως και τροφής, λυχνάρια, μαγειρικά σκεύη, ζάρια, παιχνίδια, ειδώλια κλπ. Θα μπορούσαν να διακριθούν σε δύο βασικές κατηγορίες: στα προσωπικά αντικείμενα του νεκρού και στα αντικείμενα που κατασκευάστηκαν αποκλειστικά για την ταφή.

Ο χαρακτήρας τους εξαρτάται συχνά από τις ειδικές ικανότητες που είχε ο νεκρός εν ζωή (π.χ. επάγγελμα), την ηλικία,το φύλο, την κοινωνική θέση και οικονομική άνεσή του. Τέλος, εντοπίζονται κατάλοιπα τροφής την οποία εισήγαγαν στο μνήμα μέσα από τρύπες που είχαν ανοιχθεί επι τούτου στο έδαφος ή μέσα από αγωγούς. Τα κτερίσματα τοποθετούνταν σε αβαθή αυλάκια στο έδαφος ή σε κόγχες στους τοίχους των θαλαμοειδών τάφων. Στόχος τους ήταν τόσο να τιμήσουν το νεκρό όσο και να τον εξυπηρετήσουν στη μεταθανάτια ζωή του.


Νομοθεσία
Το εθιμοτυπικό αναφορικά με τις ιδιωτικές ταφές εξαρτάται άμεσα από το χαμηλό κόστος που οι συγγενείς υποχρεούνταν να πληρώσουν. Ο κανονισμός καθορίζονταν στον «Δωδεκάδελτο» νόμο όπου μεταξύ των άλλων αναγραφόταν ότι οι ταφές θα έπρεπε να γίνονται εκτός των ορίων της πόλης.


Νεκροταφεία
Ο Ρωμαϊκός Νόμος καθόριζε αυστηρά ότι τα νεκροταφεία θα πρέπει να βρίσκονται εκτός των ορίων της πόλης. Συνήθως οργανώνονταν κατά μήκος τους δρόμου που οδηγούσε στην έξοδο της πόλης, στην ύπαιθρο. Εκεί διαρθρώνονταν σειρές πανομοιότυπων τάφων. Δεν υπήρχε σταθερός αριθμός μνημάτων σε κάθε σειρά γεγονός που δείχνει την αδυναμία του κράτους να διαχειριστεί τον ίδιο το χώρο του νεκροταφείου αλλά και να ελέγξει την επέκτασή του.

Στις βόρειες και δυτικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα στη Βρετανία και στη Γαλατία εντοπίζονται κοιμητήρια περιφραγμένα, χωρίς στέγη, διαφορετικού τύπου και χαρακτήρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτά τα ταφικά περιφράγματα χρησιμοποιούνται σαν Μαυσωλεία ή για τα μέλη μιας οικογένειας ή για ομαδικούς τάφους.

Μια ειδική κατηγορία νεκροταφείων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από τις Χριστιανικές και Εβραϊκές κοινότητες στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ήταν οι κατακόμβες (2ος-4ος αι. μ.Χ.). Ήταν υπόγεια νεκροταφεία, με μακριούς διατεμνόμενους διαδρόμους, σκαμμένα σε ηφαιστειακό πέτρωμα. Κατά μήκος των θαλάμων (cubicula) οικογενειακοί τάφοι λαξεύονταν στο μαλακό πέτρωμα ενώ κατά μήκος των διαδρόμων αναπτύσσονταν οριζόντια διαζώματα τάφων, από το έδαφος έως την οροφή. Ήταν ορθογώνιες κόγχες (loculi) στις οποίες χωρούσε μόνο ένα άτομο ή πολύ μεγαλύτερες κόγχες με αψίδα (arcosolia) στις οποίες χωρούσαν σαρκοφάγοι. Τάφοι ανασκάπτονταν και στα δάπεδα των διαδρόμων ή των θαλάμων. Οι τάφοι των μαρτύρων βρίσκονταν συνήθως σε μεγαλύτερα δωμάτια, τις κρύπτες, οι οποίες ήταν μέρος μικρών υπόγειων εκκλησιών. Η επιθυμία ταφής κοντά στον τάφο ενός μάρτυρα ή ενός ιερού αποδεικνύεται από το μεγάλο αριθμό των ταφών που βρίσκονται στον περίγυρό τους. Στους τάφους απεικονίζονταν συμβολικές παραστάσεις ενώ σύντομες επιγραφές δίνουν πληροφορίες για την ταυτότητα του νεκρού. Η πρόσβαση στις κατακόμβες γινόταν από σκαλοπάτια. Προκειμένου της ανανέωσης του αέρα υπήρχαν ανοίγματα (luminaria).

Περισσότερες από 60 κατακόμβες βρέθηκαν στη Ρώμη. Πολλά παραδείγματα υπάρχουν και από άλλα μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Κεντρική Ιταλία, Νάπολη, Σικελία, Μάλτα, Σαρδηνία, Βόρεια Αφρική κα.). Στην Ελλάδα το καλύτερο παράδειγμα προέρχεται από τη Μήλο όπου οι κατακόβμες αποτελούνται από τρεις κύριους διατεμνόμενους διαδρόμους με arcosolia. Οι ταφές χρονολογούνται ανάμεσα στο τέλος του 2ου αι. έως τον 5ο αι. μ.Χ. (Fig. 10-11)

Οι τάφοι, είτε προορίζονταν για τα οστά του νεκρού είτε για τα υπολείμματα της καύσης είτε και για τα δύο, διέφεραν πολύ ως προς τον τρόπο κατασκευής τους. Ο πιο απλός τύπος τάφου ήταν ο λακκοειδής. Πρόκειται για απλό λάκκο στο έδαφος, ο οποίος καλύπτονταν από χώμα ή από πλάκες. Ένας τάφος αντιστοιχούσε συνήθως σε ένα άτομο και τα κτερίσματα, αν υπήρχαν, τοποθετούνταν στο εσωτερικά ή εξωτερικά.

Οι τύπος του κεραμοσκεπούς τάφου ήταν αρκετά διαδεδοένος. Το σώμα αφήνονταν είτε απευθείας στο έδαφος είτε σε στρώμα από κεραμίδες, οι οποίες το προστάτευαν. Συχνά με κεραμίδες επένδυαν και τα τοιχώματα του τάφου.

Οι λακκοειδείς και οι κεραμοσκεπείς τάφοι, χωρίς ουσιαστικές διαφορές σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους, είναι διαδεδομένοι στην Ελλάδα και κατ΄ επέκταση στην Κρήτη.

Ο τύπος του θαλαμοειδούς τάφου ήταν επίσης διαδεδομένος αυτή την περίοδο στην Ελλάδα και κατ΄ επέκταση και στην Κρήτη. Ήταν είτε λαξευτοί είτε χτιστοί. Είχαν ένα ή περισσότερους ορθογώνιους θαλάμους. Συνήθως είχαν κόγχες (loculi) και μικρότερου ή μεγαλύτερου μεγέθους arcosolia, στα οποία τοποθετούνταν οι σαρκοφάγοι ή τα τεφροδόχα αγγεία. Στην Κρήτη τρεις περιπτώσεις λαξευμένων θαλαμοειδών τάφων έχουν αποκαλυφθεί, όλοι με arcosolia και σε μερικές περιπτώσεις με loculi. Ο κύριος τύπος αποτελείται από ένα ορθογώνιο θάλαμο, έπεται ο τύπος με ένα βοηθητικό δωμάτιο και ο τύπος με τα δύο βοηθητικά δωμάτια. Αυτού του είδους οι τάφοι δεν φαίνεται να χρησιμοποιούνται με την εγκαθίδρυση του χριστιανισμού, τον 4ο αι. π.Χ.

Ο αποκαλούμενος τύπος hypogeum ήταν μια διαφορετική απόδοση του μνημειώδους θαλαμοειδούς τάφου. Ήταν υπόγειος τάφος με πολλαπλούς θαλάμους οργανωμένους κατά μήκος του διαδρόμου. Μπορούσε να έχει πιο πολύπλοκη κάτοψη καθώς περισσότεροι από ένας διάδρομοι μπορούσαν να κατασκευαστούν. Η πιο σύνθετη και εντυπωσιακή μορφή Hypogeum είναι του Aurelii στη Ρωμη.

Υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία ως προς τον τρόπο κατασκευής μνημειωδών τάφων της Ρωμαϊκή Περιόδου γεγονός που κάνει δύσκολη την τυποποίησή τους. Για παράδειγμα μπορούσαν να έχουν τη μορφή αψίδα, κίονα, πύργου, πυραμίδας, οβελίσκου, προστώου, ή πιο συχνά οικίας ή ναού. Στην Κρήτη παραδείγματα υπέργειων θολωτών τάφων έχουν αποκαλυφθεί στις νότιες ακτές. Είναι κατασκευασμένοι από ακατέργαστους λίθους, έχουν στενή είσοδο και αρκοσόλια σε τρεις πλευρές τοίχων. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι βρίσκονται επάνω σε εξέδρα. Παρόμοιοι τάφοι έχουν αποκαλυφθεί στη Σικελία στο Amerium.

Ο χαρακτηρισμός «Μαυσωλείο» προέρχεται από το μνημειώδη τάφο του Μαύσωλου, δυνάστη της Καρίας, στην Αλικαρνασσό. Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε αργότερα για να υποδηλώσει τάφους που είχαν παρόμοια τυπολογία και εξαιρετική διακόσμηση. Αυτού του είδους τα μνημεία αποτελούνται από ένα πόδιο με υψηλή κατασκευή στο ανώτερο επίπεδο. Κατά τη διάρκεια τη Ρωμαϊκής Περιόδου διακρίνονται διαφορετικοί τύποι Μαυσωλείων: μεταξύ αυτών οι πιο διαδεδομένοι τύποι ήταν εκείνοι με τους ορθογώνιους και τους κυκλικούς πύργους (π.χ. το Μαυσωλείο του Αυγούστου), παραδείγματα τα οποία υπάρχουν και στην Ελλάδα (π.χ. Μαυσωλείο του Γαλέριου στη Θεσσαλονίκη). Στην Κρήτη υπάρχουν Μαυσωλεία του τύπου με το ορθογώνιο κτίσμα. Φαίνεται ότι είναι αρκετά διαδεδομένος. Αρκετά παραδείγματα προέρχονται από την περιοχή της Κνωσού (4ος-5ος αι. μ.Χ.).

Ο τύπος του «ηρώου» είναι ταφικό μνημείο (ποικίλης τεχνοτροπίας) στο οποίο αποδίδονταν η λατρεία του ήρωα. Ήταν συνδυασμός ενός τάφου και ενός ναού. Συχνά υπήρχε βωμός στην εγγύς περιοχή. Αυτή την περίοδο, ορισμένοι τάφοι τύπου ιερού ήταν ένα είδος ηρώου.

Στην Κρήτη, τα ηρώα, τόσο της Ελληνιστικής όσο και της Ρωμαϊκής Περιόδου προέρχονται από την περιοχή της Κνωσού.

Τα κενοτάφια ήταν τάφοι χωρίς λείψανα προς τιμήν εκείνων που σκοτώθηκαν μακριά από την πατρίδα τους ή προς τιμήν εκείνων των οποίων τα λείψανα δεν βρέθηκαν ποτέ. Κυρίως αφορούν σε προσωπικότητες του στρατού. Το εθιμοτυπικό ακολουθούσε εκείνο των πραγματικών τάφων. Η τυπολογία τους ποικίλει και μερικές φορές δεν μπορούν εύκολα να διαχωριστούν από τους πραγματικούς τάφους.

Τα Columbaria ήταν μεγάλοι τάφοι στους οποίους συγκεντρώνονταν μεγάλος αριθμός τεφροδόχων αγγείων. Συνήθως ήταν υπόγειες κατασκευές, ορθογώνιες, με μεγάλο αριθμό κογχών (columbaria) οργανωμένες σε ευθείες οριζόντιες (gradus) και κάθετες (ordines) γραμμές. Στα μεγάλου μεγέθους columbaria προγραμματιζόταν η φύλαξη περίπου 100 τεφροδόχων. Γύρω από τους τοίχους, στο ύψος του ποδίου (podium) υπήρχαν σαρκοφάγοι με υπολείμματα ενταφιασμού ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ανασκάφηκαν θάλαμοι οι οποίοι εξυπηρετούσαν τις ίδιες ανάγκες. Στο πόδιο υπήρχαν επίσης κόγχες σε μια προσπάθεια εξοικονόμησης χώρου. Σε περίπτωση που το κτίσμα ήταν αρκετά υψηλό κατασκευάζονταν διάδρομοι από ξύλο γύρω από τους τοίχους. Πρόσβαση στο θάλαμο γίνονταν με μια σκάλα στην οποία επίσης διαμορφώνονταν κόγχες. Το φως διαχέονταν μέσα από μικρά ανοίγματα που βρίσκονταν κοντά στην οροφή. Οι τοίχοι και τα δάπεδα ήταν όμορφα διευθετημένα και διακοσμημένα.

Οι κόγχες ήταν μερικές φορές ορθογώνιου αλλά πιο συχνά ημισφαιρικού σχήματος. Σε ορισμένα columbaria οι πιο χαμηλές σειρές είναι ορθογώνιες, εκείνες που βρίσκονται κάτω από τις αψίδες. Συνήθως περιέχουν δύο τεφροδόχους (ollae, ollae ossuariae) μια στην κάθε πλευρά, ώστε να είναι ορατές από εμπρός. Ορισμένες φορές οι κόγχες είχαν αρκετό βάθος ώστε να δεχθούν από δύο τεφροδόχους σε κάθε πλευρά. Εκείνες που βρίσκονταν στο πίσω μέρος ήταν σε υπερυψωμένο επίπεδο. Πάνω ή κάτω από την κόγχη υπήρχε τμήμα μαρμάρου (titulus) στο οποίο χαράσσονταν το όνομα του ιδιοκτήτη. Σε περίπτωση που τα μέλη μιας οικογένειας «καταλάμβαναν» τέσσερις ή έξι κόγχες συνήθιζαν να τις διαφοροποιούν με τοιχογραφίες. Συνήθης πρακτική ήταν η ανέγερση κιόνων ώστε να δίδεται η εντύπωση ενός ναού. Τέτοιου είδους σύνολα ονομάζονταν aediculae. Η αξία του μνήματος σχετίζονταν με τη θέση στην οποία αυτό βρίσκονταν. Οι τάφοι στα υψηλότερα σημεία (gradus) ήταν κόστιζαν λιγότερο από εκείνους που βρίσκονταν στο έδαφος. Ιδιαίτερη προτίμηση γνώριζαν εκείνοι που βρίσκονταν κάτω από σκάλες.

Οι τεφροδόχες ήταν από διαφορετικά υλικά και συνήθως στερεώνονταν στη βάση της κόγχης. Το πώμα μπορούσε να απομακρυνθεί και αυτές να σφραγιστούν αμέσως μετά την τοποθέτηση της στάχτης μέσα σε αυτές. Μικρά ανοίγματα παρέμεναν προκειμένου να μπορούν οι συγγενείς να ρίχνουν στο εσωτερικό γάλα και κρασί. Στο πώμα ή επάνω στις τεφροδόχες χαράσσονταν το όνομα του νεκρού, η ημέρα και ο μήνας του θανάτου. Το έτος συναντάται σπάνια. Στην πόρτα του columbarium υπήρχαν τα ονόματα των ιδιοκτητών, το έτος κατασκευής και άλλες λεπτομέρειες.

Αυτού του είδους τα ταφικά μνημεία κατασκευάστηκαν στην εποχή του Αυγούστου, λόγω του μεγάλου κόστους της γης. Στην πλειονότητά τους ανήκουν σε οικονομικά ασθενείς κοινωνικές ομάδες ή σε μέλη ομάδων που επιθυμούν να μειώσουν το κόστος ταφής τους.


Κήποι
Ταφικά σύνολα, κήποι, (cepotafia) αναφέρονται για πρώτη φορά στις επαρχίες της Ανατολής. Από τον 2ο αι. και εξής γνωρίζουν ευρεία διάδοση στην Αυτοκρατορία. Περιβάλλονταν από τείχους, είχαν μεγάλη ποικιλία φυτών στο εσωτερικό τους, ήταν εξοπλισμένοι με κτίσματα και διαμερίσματα κατάλληλα για δείπνα προς τιμήν του νεκρού.


ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΩΣ ΤΑ ΝΕΩΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ

Ο λαός ως προς τα ταφικά έθιμα φαίνεται συντηρητικός, αντιμετωπίζει το θάνατο και την ταφή των προγόνων του με προσήλωση και εμμονή στις παραδόσεις, τις δοξασίες και τις συνήθειες, που αυτοί του κληροδότησαν. Έτσι, πολλά σημερινά έθιμα ανάγονται στην αρχαιότητα, στα ομηρικά χρόνια. Όμως, δεν είναι λίγες οι αλλαγές που συντελέστηκαν στο μεταχριστιανικό κόσμο. Ο θάνατος και η ταφή του Χριστού, η ίδρυση της Εκκλησίας, οι τάφοι των μαρτύρων του χριστιανισμού και η πίστη στην ανάσταση των νεκρών αναδιαμόρφωσαν το εθιμοτυπικό και τις ταφές από τους χρόνους του Βυζαντίου μέχρι και τα νεώτερα χρόνια.

Ταφικές πρακτικές
Ο θάνατος
Όταν ο νεκρός αισθανόταν το θάνατο να πλησιάζει φρόντιζε για τη διαθήκη του, στην οποία επισήμανε ότι την υπογράφει με σώας τα φρένας. Στη συνέχεια ερχόταν ιερέας, σαν προάγγελος του θανάτου, να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τον μελλοθάνατο. Ταυτόχρονα οι συγγενείς και προσφιλείς μαζεύονταν να χαιρετήσουν τον άνθρωπό τους. Την οριακή αυτή κατάσταση που βρισκόταν ο άνθρωπος την ώρα που πέθαινε, περιέγραφαν με ποικίλες εκφράσεις, που σώζουν οι πηγές και φαίνεται να έχουν συνέχεια από τα ομηρικά χρόνια μέχρι σήμερα.

Επερχομένου του θανάτου, οι συγγενείς έκλειναν τα μάτια και το στόμα του νεκρού, ακολουθούσε το λουτρό, το οποίο στους ιερωμένους γίνονταν με σταυρικές κινήσεις, ενώ στη συνέχεια, σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση που υιοθετήθηκε, άλειφαν το σώμα με μύρα.

Οι συγγενείς και φίλοι επισκέπτονταν το νεκρό προκειμένου να τον χαιρετήσουν, την ώρα της πρόθεσης, σύμφωνα με πολλές πηγές.


Ο θρήνος
Μετά το στολισμό του νεκρού, οι παρευρισκόμενοι θρηνούσαν, οι γυναίκες αποκάλυπταν το κεφάλι και τράβαγαν τα μαλλιά τους, τα ρούχα τους και μέλη του σώματός τους. Κάποιες φορές και οι άνδρες εξέφραζαν τον πόνο τους με τις ίδιες έντονες κινήσεις, ενώ δεν έλειπαν οι περιπτώσεις που θρηνούντες χτυπιούνταν μέχρι θανάτου. Παρ΄όλες τις προσπάθειες των φρονιμότερων αποτροπής των παραπάνω εκδηλώσεων ως μη χριστιανικών, σε συνέχεια των αρχαίων και εβραϊκών εθίμων, αυτές επιβίωσαν μέχρι και τη νεώτερη Ελλάδα.

Τον νεκρό, επίσης, θρηνούσαν με τα μοιρολόγια, άσματα εγκωμιαστικά και πένθιμα, το περιεχόμενο των οποίων για τα βυζαντινά χρόνια λαμβάνουμε από μεταφορές τους μέσα σε βυζαντινά μυθιστορήματα. Οι στίχοι μίλαγαν για τη χαμένη νεότητα των νεαρών νεκρών, εκφράζανε το παράπονο της χηρείας στο σύζυγο που έφυγε, ζητούσαν τελευταίες συμβουλές από το νεκρό γονέα. Υπήρχαν μάλιστα και επαγγελματίες μοιρολογίστρες που καλούνταν για το θρήνο.

Ο νεκρός φυλασσόταν από τους προσφιλείς τους μια νύχτα πριν ταφεί, τελετή υποχρεωτική στη λαϊκή σκέψη, η οποία διατηρείται ακόμα στην ελληνική ύπαιθρο.

Η εκφορά του νεκρού και η πομπή
Μετά το θρήνο άρχιζε η κηδεία ή εξόδιον, τελετουργία που δεν ήταν χρονικά προκαθορισμένη, αν και το μεσογειακό κλίμα δεν επέτρεπε την καθυστέρηση της ταφής. Τοποθετούσαν το νεκρό σε φέρετρο, με το πρόσωπο ακάλυπτο, σύμφωνα με το αρχαίο τυπικό, και κατά τη νεκρική πομπή οι συγγενείς ή φίλοι του νεκρού ή ακόμα και επαγγελματίες νεκροφόροι κουβαλούσαν τη σορό στους ώμους. Τα φέρετρα έμοιαζαν με κρεβάτια, κατασκευάζονταν από απλό ξύλο ενώ των πλουσιότερων, από ξύλο κέδρου ή κυπαρισσιού ή ακόμα από ασήμι ή χρυσό. Τα απλούστερα φέρετρα, από τη βυζαντινή εποχή μέχρι και τον 20ο αιώνα ήταν κτήμα των εκκλησιών και ενοικιάζονταν στις κηδείες.

Στην κηδεία μετείχαν όλοι οι συγγενείς και φίλοι, οι δούλοι και όσοι είχαν ευεργετηθεί από το νεκρό. Αν ήταν παραγγελία του νεκρού ή υπόσχεση των κληρονόμων του, οι δούλοι που ακολουθούσαν στην κηδεία ελεθευρώνονταν και ήταν νομικά κατοχυρωμένοι σε αυτό. Εάν ο εκλειπών ήταν μέλος συντεχνίας όλοι οι συνάδελφοί του ήταν υποχρεωμένοι να παραβρεθούν στην κηδεία. Την εξόδιον των δημοσίων προσώπων παρακολουθούσαν όλοι οι πολίτες, ενώ των ευγενών παραβρίσκονταν ακόμα και τα άλογα τους.

Στην πομπή προηγούνταν οι ιερείς που έψαλλαν κρατώντας κεριά και θυμιάματα, ακολουθούσε το σκήνωμα και έπονταν οι λαϊκοί με λαμπάδες στα χέρια. Ταυτόχρονα, καθ΄ όλη τη διάρκεια, χτυπούσαν οι καμπάνες. Ακόμα, μετείχαν και οι μοιρολογίστρες που συνέχιζαν το θρήνο, έθιμο αρχαίο ελληνικό και ιουδαϊκό που διατηρήθηκε στη βυζαντινή και οθωμανική εποχή, στα χρόνια της βενετοκρατίας και μέχρι σήμερα. Δεν έλειπαν, στην νεκρική πομπή, επεισόδια για πιθανές οικονομικές οφειλές του νεκρού, για τα οποία ο νόμος προέβλεπε ποινές. Άλλωστε οι πενθούντες ήταν γενικώς προστατευμένοι από το νόμο, προκειμένου να μένουν ανενόχλητοι.

Η νεκρώσιμος ακολουθία και η ταφή
Με την άφιξη στο ναό, η κλίνη τοποθετούνταν σε βάθρο μπροστά στη τράπεζα εάν ο νεκρός ήταν ιερωμένος, στο νάρθηκα εάν ήταν λαϊκός και πάντως με το κεφάλι του στην ανατολή. Η θέση της κεφαλής του νεκρού προς ανατολάς, που συνηθίζεται στο χριστιανικό κόσμο και στην προσευχή ήταν άγνωστη στα αρχαία χρόνια και πιστεύεται ότι κληρονομήθηκε από τους ινδούς στα ελληνιστικά χρόνια. Στον 15ο αιώνα όλοι τοποθετούνταν πλέον στον κυρίως ναό. Ακολουθούσε η νεκρώσιμος ακολουθία, η οποία είναι διαφέρει εάν πρόκειται για λαϊκούς, ιερείς, μοναχούς ή νήπια.

Τη θρησκευτική τέλεση της κηδείας, αλλά όχι την ταφή αρνούταν η εκκλησία στους αλλόθρησκους, στους αιρετικούς και στους σχισματικούς, στα αβάπτιστα αποθανόντα παιδιά, στους αμετανόητους αφορισθέντες και στους αυτόχειρες που δεν έπασχαν από ψυχικό νόσημα.

Μετά την ακολουθία η πομπή συνόδευε το φέρετρο στον τάφο, όπου κάποιος προσφιλής του νεκρού, όπως και στην αρχαία ελληνική και ιουδαϊκή παράδοση, εκφωνούσε επιτάφιο λόγο, βιογραφικό και εγκωμιαστικό του νεκρού, παρηγορητικό για τους δικούς του. Κατόπι, έβαζαν το φέρετρο στον τάφο και ο ιερέας περιέχυνε το σώμα του με λάδι και έριχναν ένα πήλινο τεμάχιο που έφερε χαραγμένο σταυρό, συνήθεια που συνεχίστηκε μέχρι πρόσφατα.

Από τα βυζαντινά χρόνια, άρχισαν να θάβουν την ημέρα τους νεκρούς τους, αφού οι πατέρες της εκκλησίας πολέμησαν την αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων και των Ιουδαίων που θεωρούσαν τους νεκρούς πηγή μόλυνσης και για αυτό τους έθαβαν νύχτα. Η αντίληψη αυτή διατηρήθηκε όμως μέσα στους αιώνες και μέχρι πρόσφατα και η κάθαρση μετά από ταφή ήταν απαραίτητη και η συνάντηση κηδείας θεωρούταν κακός οιωνός. Θεμιτή ήταν πάντως η ταφή στην πατρική γη του εκλιπόντα ή η εκ των υστέρων μετακομιδή των λειψάνων του στην πατρίδα του.

Πένθος
Το βαρύ πένθος για τους Βυζαντινούς κρατούσε δια νόμου και συνέχεια της ρωμαϊκής παράδοσης εννέα ημέρες, ενώ η χήρα όφειλε να πενθήσει για ένα χρόνο. Ένδειξη πένθους αποτελούσε το κόψιμο των μαλλιών και τα μαύρα ρούχα, αρχαίες συνήθειες που συνεχίστηκαν στους χρόνους του Βυζαντίου, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και τους νεώτερους χρόνους. Επιπλέον, το πένθος γινόταν φανερό από τη μερική ασιτία, το μη καλλωπισμό, αλλά και την αποχή από τα λουτρά. Αναμενόμενη στις γυναίκες που είχαν πένθος ήταν μείωση των κοινωνικών επαφών, ιδίως για τις χήρες.


Μνημόσυνα
Τη βυζαντινή και οθωμανική εποχή οι μνημόσυνες ακολουθίες για το νεκρό γίνονταν, όπως ακόμα και σήμερα, την τρίτη, την ένατη και την τεσσαρακοστή ημέρα από το θάνατό του, καθώς και μετά από ένα χρόνο, χρονικά διαστήματα με θεολογικούς συμβολισμούς. Στα μνημόσυνα οι συγγενείς έφερναν στο ναό και κατόπι στον τάφο κόλλυβα, κόκκους δηλαδή σιταριού αναμεμειγμένους με ρόδια, αμύγδαλα, καρύδια, σταφίδες και κουκουνάρια. Εκτός από τα κόλλυβα προσφέρονταν σύμφωνα με την αρχαιοελληνική και ιουδαϊκή συνήθεια νεκρόδειπνα στους τάφους, ή και τρόφιμα στην εκκλησία που τα μοίραζε ύστερα στους φτωχούς. Τα συμπόσια αυτά μαρτυρούν και ευρήματα σε τάφους, όπως χύτρες, λαγήνια, πινάκια και άλλα. Δείπνα κατά τα μνημόσυνα γίνονταν μέχρι το 12ο αιώνα, αλλά το έθιμο επιβίωσε σε χωριά της Πελοποννήσου καθώς και στην Κωνσταντινούπολη την ήμερα των νεκρών (14 Σεπτ.).
Το αρχαίο έθιμο των χοών διατήρησαν οι Βυζαντινοί, αλλά και οι νεώτεροι Έλληνες. Στην Μακεδονία, την Τραπεζούντα, στην Καππαδοκία, στην Κρήτη, στα χωριά του Ολύμπου, τις ημέρες των μνημοσύνων έκαναν σπονδές με κρασί από οπές ή ειδικές φυάλες στον τάφο του νεκρού.

Τάφοι και ταφή
Οι νεκροί είτε καταχώνονταν σε λάκκους, είτε θάβονταν σε χτιστούς τάφους, είτε τοποθετούνταν σε σαρκοφάγους, πάντως με το κεφάλι στην ανατολή. Έκτος από τους απλούς τάφους, υπήρχαν κενοτάφεια, που λειτουργούσαν ως ταφικά μνημεία, οστεοφυλάκια και τάφοι αγίων προσώπων όπου λειτουργούσαν και λειτουργούν προσκυνήματα. Ως προς τη μορφολογία χωρίζονται σε: απλός (λάκκος), θήκη (λάρνακα), μνημείο (κατασκευές όπου περικλείεται ο τάφος), χαμοσόρια (λαξευτοί), διώροφοι καμαρωτοί, σαρκοφάγος. Οι σαρκοφάγοι κατασκευάζονταν από ξύλο ή μέταλλο ή λαξεύονταν σε λίθο ή μάρμαρο, σύμφωνα με τις πηγές που δίνουν αναλυτικές περιγραφές.

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους οι τάφοι ήταν οικογενειακοί ή κληρονομικοί. Ανάλογα με τη κοινωνική θέση και τον πλούτο του ενταφιαζόμενου ήταν απλούστεροι ή πολυτελέστεροι. Πάνω στον τάφο τοποθετούνταν επιτάφιος πλάκα ενεπίγραφος, που σε πεζό ή έμμετρο λόγο ανέφερε το όνομα του νεκρού και του πατέρα του, την ημερομηνία του θανάτου και εν συντομία τα βιογραφικά του στοιχεία. Λόγω των θρησκευτικών ερίδων σκόπιμο ήταν να γράφεται το ότι ο θαμμένος ήταν ορθόδοξος. Πάνω στην πλάκα τοποθετούταν σταυρός και μέσα σε κόγχη λυχνάρια, ιερές εικόνες, εικόνα του νεκρού και άλλα. Δεν ήταν σπάνιο ο τάφος να περιφρασσόταν με κάγκελα, ενώ μπορεί να στολιζόταν με λουλούδια, δενδρύλλια, στυλίσκους και γλυπτά. Ο τάφος θεωρούταν ιερός και ήταν ανόσιο να πατηθεί. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των τάφων και των κοιμητηρίων ήταν και είναι το φύτεμα των κυπαρισσιών, γεγονός που μνημονεύεται από τον 9ο αιώνα.

Μέσα σε τάφους έχουν βρεθεί διάφορα αντικείμενα που τοποθετούσαν δίπλα στους νεκρούς τους, όπως φιαλίδια μύρων, χρυσά στεφάνια, κοσμήματα, χρήματα και άλλα, κτερίσματα που προκαλούσαν την τυμβωρυχία, για αυτό πολλάκις απαγορεύτηκαν. Τους τάφους προστάτευαν ειδικοί φύλακες, χωρίς όμως να εμποδίζουν πάντα την τυμβωρυχία για την οποία ο βυζαντινός νόμος προέβλεπε διάφορες ποινές. Ταυτόχρονα ο νόμος όριζε ποινές για περιπτώσεις ιεροσυλίας, όπως η μετακίνηση οστών, επιτάφιων λίθων κλπ.

Ταρίχευση και καύση νεκρών
Η ταρίχευση που ακολουθούνταν από τους χριστιανούς της Αιγύπτου, δεν θεωρείτο σωστή από την εκκλησία, αφού ο Χριστός ετάφη, αν και ήταν συνηθισμένη η προσωρινή ταρίχευση για τη μεταφορά ενός νεκρού σε άλλο τόπο.

Η καύση δεν ήταν απαγορευμένη, αλλά η συνήθεια της ταφής στηριζόταν από τα κείμενα της χριστιανικής εκκλησίας. Οι νεκροί δεν καίγονταν στα βυζαντινά χρόνια, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες η τέφρα του νεκρού παραδιδόταν σε ταφή.

Η ανάγκη της ταφής, που κυριαρχούσε από τα ομηρικά χρόνια σαν αντίληψη, φανερώνεται από τις πηγές που αναφέρουν ότι οποιοσδήποτε συναντούσε νεκρό σώμα, όφειλε να το κρύψει κάτω από τη γη, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώ θεωρούταν κατάρα για κάποιον να μείνει άταφος, όπως άλλωστε πιστεύεται από το λαό.


Ταφή βασιλέων
Συγκεκριμένο τυπικό υπήρχε για την κηδεία και την ταφή των βασιλέων.

Ο νεκρός βασιλέας που επρόκειρο να μεταφερθεί ταριχευόταν. Τοθετούνταν σε χρυσό φέρετρο, που καλύπτότανε από τη βασιλική αλουργίδα και το τοποθετούσανε σε άμαξα, που συνόδευαν ένοπλοι άντρες ντύμενοι με πορφυρά χρώματα. Τη σορό που κατέφτανε στην πρωτεύουσα υποδέχονταν οι άρχοντες, η σύγκλητος, ο στρατός, πλήθος και ψάλλοντες κληρικοί. Ούτως ή άλλως, ο νεκρός αυτοκράτορας ή όποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του στολιζόταν ειδικά. Γινόταν ειδική τελετή εξόδου της σορού από το ανάκτορο, μεγαλοπρεπής η πομπή και τελετουργική η νεκρωσιμός ακολουθία.

Οι αυτοκράτορες θάβονταν τους πρώτους αιώνες της βυζαντινής αυτοκρατορίας στο ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη, σε στοές και στα ηρώα του Μ. Κωνσταντίνου και του Ιουστινιανού. Στον 9ο αιώνα αριθμούνται περίπου 45 αυτοκρατορικές λάρνακες στο ναό αυτό.

Εκτός από το ναό, χώροι ταφής βασιλέων και των οικογενειών τους αποτελούσαν διάφοροι ναοί και μοναστήρια, συνήθως της πρωτεύουσας, που πιθανόν είχαν ιδρύσει οι θαμμένοι αυτοκράτορες, όπως ο ναός της Περιβλέπτου, η μονή Λιβός, η μονή Παντοκράτορος.


Βασιλικές λάρνακες
Οι βασιλικές λάρνακες φτιάχνονταν από μάρμαρα πορφυρά, πράσινα, πνευμονούσια, λευκά ή ροδοποίκιλα, σύμφωνα με την προεπιλογή του αυτοκράτορα (φώτο από Μουσείο Κωνσταντινουπόλεως), χαρακτηρίζονταν από πολυτέλεια και συχνά έφεραν παραστάσεις.

Τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας, καθώς και οι αυλικοί και αξιωματούχοι ανάλογα με το πρόσωπο του αποθνήσκοντα, φορούσαν, χάρη πένθους συγκεκριμένο χρώμα ρούχα. Ο αυτοκράτορας εάν έχανε συγγενικό πρόσωπο ά βαθμού φορούσε λευκά, ενώ ο λαός στο θάνατό του ντυνόταν στα μαύρα.

Αντίστοιχα ανεπτυγμένο τυπικό υπήρχεκαι για την κήδευση των πατριαρχών.
Δίκαιο
Υπήρχαν στο Βυζάντιο νομικές διατάξεις για τη στέρηση της εκκλησιαστικής κηδεύσεως, για θέματα σχετικά με την κηδεία, για τους υποχρεωτικά μετέχοντες στην κηδεία, για το εάν μια ταφή είναι νόμιμη ή όχι, ανάλογα με το χρόνο της ταφής, για τον ιδιοκτήτη του τάφου, οικοπέδου ή αγρού και το ιστορικό των ταφών στο χώρο αυτό, όπως επίσης, για το τι συνιστά προσβολή σε πτώμα, προσβολή στο νεκρό, ή στους κληρονόμους και για τις ποινές, ιδίως εάν οι υβριστές είναι οι δανειστές του

Στις πηγές δεν εμφανίζονται διατάξεις που κατοχυρώνουν την εκκλησιαστική κήδευση των νεκρών χριστιανών. Η απουσία της σχετικής διατάξεως αναπληρώνεται και καλύπτεται απόλυτα από την παράδοση της εκκλησίας, που θεωρεί την υποχρέωση αυτή ως αυτονόητη.

Σύμφωνα με έγγραφο του πατριάρχη Φωτίου (858 - 867), η παράλειψη εκκλησιαστικής κηδεύσεως ενός νεκρού από κληρικό με δόλο αποτελούσε τιμωρητέο αδίκημα. Άλλο πατριαρχικό έγγραφο (1143) καταδικάζει αιρετικούς μοναχούς και ανάμεσα στις κατηγορίες είναι ότι στέρησαν νεκρούς χριστιανούς από την εκκλησιαστική κήδευση των λειψάνων τους, με την πρόφαση, ότι δεν είχαν μετανοήσει για τα αμαρτήματά τους. Αντίστοιχο έγγραφο (1356) καταδικάζει μητροπολίτη που ανάμεσα σε άλλα αδικήματα, εμπόδισε τους κληρικούς να κηδεύσουν δύο χριστιανούς.


Δαπάνες
Υπόχρεος σε ενταφιασμό του νεκρού, είναι εκείνος, τον οποίο επέλεξε, όσο ζούσε ο τελευταίος, και στον οποίο ανέθεσε τη μέριμνα της κηδείας και ταφής του. Αυτός που ανέθετε σε τρίτο την τέλεση της κηδείας και της ταφής του φρόντιζε να διασφαλίσει την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσης και την καταβολή των σχετικών δαπανών με μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων προς τον υπόχρεο και σχετικούς δεσμευτικούς όρους. Ένα ο αποθανών δεν ανέθεσε τα παραπάνω καθήκοντα αυτά μεταφέρονται αυτόματα στους κληρονόμους του. Υπάρχουν ακόμα και άλλες ειδικές διατάξεις που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες αποθανόντων και υπόχρεων.

Και ενώ οι πλούσιοι κάλυπταν τα έξοδα της κηδείας των οικείων τους, κάνοντας ακόμα και υπέρμετρες δαπάνες, η κηδεία των φτωχών αποτελούσε προβλεπόμενο κρατικό έξοδο, με την συνδρομή της εκκλησίας που είχε ταμείο για την ταφή άπορων και ξένων.

Διατάξεις που εκδόθηκαν, από την αρχή τις βυζαντινής αυτοκρατορίας, αφορούσαν την δωρεάν τέλεση της κηδείας των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, με την παραχώρηση πλήρους φορολογικής ατέλειας σε περίπου 1000 εργαστήρια της Πόλης και αντάλλαγμα την δωρεάν μεταφορά των νεκρών στα κοιμητήρια και τη διευθέτηση του χώρου για την ταφή. Δηλαδή παραχωρούνταν χρήματα και το αναγκαίο προσωπικό, που χαρακτηρίζεται με τις επωνυμίες δεκανοί, λεκτικάριοι και κοπιαταί και αργότερα σε αυτούς προστίθενται οι ασκήτριες και οι κανονικές.


Επαγγέλματα
Οι δεκανοί ήταν υπαξιωματικοί του βυζαντινού στρατού και επιφορτισμένοι τόσο με τη συνοδεία του νεκρού μέχρι τον τόπο του ενταφιασμού, όσο και με την τήρηση της τάξης κατά την εκφορά και την απόθεση του λειψάνου στον τάφο.

Οι λεκτικάριοι ήταν αυτοί που μετάφεραν τη “lectica”, τα φέρετρα δηλαδή, με τα οποία μεταφέρονταν τα λείψανα από την οικία του αποβιώσαντα στο ναό, όπου λάμβανε χώρα η νεκρώσιμη ακολουθία και στη συνέχεια στον τόπο ενταφιασμού, όπου απέθεταν το λείψανο στον τάφο.

Οι κοπιαταί ήταν τα πρόσωπα που κατασκεύαζαν τον τάφο ή διαμόρφωναν κατάλληλα το χώρο ταφής που υπήρχε στα κοιμητήρια.

Οι ασκήτριαι και οι κανονικαί ήταν γυναίκες αφιερωμένες στην εκκλησία, προηγούνταν και έπονταν της σορού ψάλλοντας, ενώ αναλάμβαναν και τη φροντίδα για τους νεκρούς στις μονές και στα ξενοδοχεία.

Οι μνημοράλιοι κατασκεύαζαν τους τάφους, τα βασιλικά μνήματα και αναλάμβαναν και τη φύλαξη αυτών.

Οι διατάξεις αναφέρουν τους μισθούς και τον τρόπο πληρωμής των παραπάνω προσώπων, ανάλογα το είδος της κηδείας, τον τύπο του φέρετρου και τον τόπο ταφής, ενώ προβλέπονται τόκοι για αργοπορημένες πληρωμές και ποινές για οικονομικά αδικήματα είτε σε βάρος των εργαζομένων, είτε σε βάρος των συγγενών του νεκρού.

Επαγγελματίες ήταν, όχι μόνο στο Βυζάντιο, αλλά και αργότερα οι μοιρολογίστρες, οι οποίες προσλαμβάνονταν και πληρώνονταν από τους πενθούντες, χωρίς όμως να είναι νομικά κατοχυρωμένες.


Νεκροταφεία
Η λέξη κοιμητήριο αρχικά χρησιμοποιήθηκε για τον τάφο ενός νεκρού και στη συνέχεια ο όρος δήλωνε όλη την περιοχή όπου υπήρχαν τάφοι. Τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες τα νεκροταφεία, κατά την αρχαία συνήθεια, παρέμειναν δια νόμου εκτός των πόλεων και δίπλα στο δρόμο. Με την πάροδο του χρόνου αναφέρονται στις πηγές και αστικές ταφές, ενώ επί Λέοντος Σοφού επιτρέπονται οι ταφές είτε εντός είτε εκτός πόλης. Η κατάλυση της απαγορεύσεως προέκυψε από χωρικές ανακατατάξεις, που επέφεραν αλλαγές στη δομή, διάταξη και διαστάσεις των μεσαιωνικών πόλεων και από το φαινόμενο της ταφής σε ναούς.

Στην Κωνσταντινούπολη τα παλιά νεκροταφεία θάφτηκαν στην ίδρυση της νέας πρωτεύουσας και τα νέα νεκροταφεία με την εξάπλωση της πόλης, βρέθηκαν ανάμεσα στα παλαιά και νέα τείχη. Ανάλογη εξέλιξη παρατηρείται και σε άλλες βυζαντινές πόλεις. Οι ανασκαφές στη μεσαιωνική Κόρινθο έφεραν στο φως επτά συγκροτήματα τάφων, που βρίσκονταν στο κέντρο της αρχαίας πόλης και χρονολογούνται από τον 7ο έως τον 12ο αιώνα. Το ίδιο συνέβη στην Αθήνα και τις Σάρδεις, μετά την καταστροφή τους από τους Σλάβους και τους Πέρσες αντίστοιχα. Από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι τόποι ενταφιασμού επικεντρώθηκαν γύρω από παλαιοχριστιανικά μαρτύρια ή κοιμητηριακές βασιλικές. Στη συνέχεια οι ταφές μεταφέρθηκαν στο δάπεδο ναών μέσα στις πόλεις, μετά τη συνήθεια να μεταφέρονται τα λείψανα αγίων μέσα σε ναούς και να θάπτονται οι αρχιερείς εντός του θυσιαστηρίου. Σε μοναστηριακούς ναούς υπήρχαν επίσης τάφοι ιερωμένων μοναχών στο ιερό και τάφοι λαϊκών στις πύλες από το νάρθηκα στον κυρίως ναό.

Μετά τον πέμπτο αιώνα διαμορφώνονται δύο τάσεις. Η μια ακολουθεί την ανάγκη για ταφή στον ιερό τόπο του ναού, όπου βρίσκονται λείψανα αγίων προσώπων και η άλλη αντιτίθεται στην ταφή αμαρτωλών στον οίκο του Θεού, που είναι και αντίθετη με το πνεύμα της ταπείνωσης. Έτσι, μετά τον 6ο αιώνα προτιμάται η τοποθέτηση σαρκοφάγων στο νάρθηκα και στο αίθριο που είναι υποδεέστεροι χώροι. Ο ζήλος για την απόκτηση τάφου στους παραπάνω χώρους δημιούργησε έλλειψη χώρων ταφής και έτσι δημιουργήθηκαν εξωνάρθηκες, παρεκκλήσια, ευκτήριοι οίκοι, μοναστήρια, νεκρικές κρύπτες κάτω από τους ναούς. Από τις νομισματικές ενδείξεις προκύπτει ότι η ταφή σε ναούς εμφανίζεται την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, αυξάνει σε συχνότητα κατά το 10ο - 11ο αιώνα και αποκτά μεγαλύτερη διάδοση την περίοδο των Παλαιολόγων.

Οι τάφοι λοιπόν και όχι ο θεσμός των κοιμητηρίων εισέρχονται στα αστικά κέντρα, παρόλο που δεν συμβαδίζει το γεγονός με τις πηγές του βυζαντινού δικαίου. Ταφές γίνονταν και μέσα στα μοναστήρια, γεγονός συνδεδεμένο με το θεσμό της κτητορίας. Δηλαδή, ο κτήτορας και στη συνέχεια οι κληρονόμοι του είχαν το δικαίωμα της ταφής στο ναό ή στο κοιμητήριο της μονής που ίδρυσε, ενώ πολλές φορές η αιτία της ίδρυσης μονής ήταν η πρόθέση του κτήτορα να εξασφαλίσει τον κατάλληλο τόπο ενταφιασμού για τον εαυτό του και τους συγγενείς του και την αδιάλειπτο προσευχή για της σωτηρία των ψυχών τους.

Τα τυπικά των μονών βεβαιώνουν για την ύπαρξη και λειτουργία ειδικά οργανωμένων κοιμητηρίων στις μονές της αυτοκρατορίας, με ναό και ιερωμένο επιφορτισμένο αποκλειστικά με τις νεκρώσιμες και επιμνημόσυνες ακολουθίες. Τα μοναστήρια πάντως, ιδίως στην πόλη, αντιμετώπιζαν πρόβλημα στενότητας χώρου και υπάρχουν περιπτώσεις που οι μονές ιδρυόταν κοιμητήρια σε άλλη περιοχή και με πολύ αυστηρά κριτήρια για το δικαίωμα ενταφιασμού σε αυτά (Μονή Κεχαριτωμένης, Μονή Παντοκράτορος, Μονή Κοσμοσώτειρας).

Υπήρχαν όμως και μονές που δεν είχαν κοιμητήριο και οι μοναχοί ενταφιάζονταν εντός του μοναστηριακού ναού, συνήθως στο νάρθηκα. Στο δάπεδο, εντός του ναού, επέλεγαν συνήθως να ταφούν και οι κτήτορες, που μετά από το 10ο αιώνα πρόκειται για μεγάλο αριθμό λαϊκών και ανώτατων κληρικών. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι μεγάλος αριθμός μελών βυζαντινών αυτοκρατορικών οικογενειών και αρκετοί πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως ενταφιάστηκαν στο δάπεδο μοναστηριακών ναών.

Οι μάρτυρες, οι μοναχοί και οι κληρικοί, οι βασιλείς και άλλα επίσημα πρόσωπα θάπτονταν σε ιδιαίτερο τμήμα των νεκροταφείων ή στον περίβολο ή το εσωτερικό κάποιου ναού. Οι βυζαντινοί βασιλείς θάπτονταν στον περίβολο του ναού των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη.

Η νομοθεσία απαγόρευε πάντως ταφές γυναικών σε ανδρικά μοναστήρια και αντίστροφα, όπως και ταφές ορθοδόξων σε λατινικούς ναούς. Για τους ξένους πάντως που πέθαιναν, αγοράζονταν με εισφορές ιδιαίτεροι χώροι ταφής, που ονομάζονταν ξενοτάφια.

Στο πέρασμα των αιώνων με τους χριστιανούς ορθόδοξους συνυπάρξαν και άλλα δόγματα, θρησκεύματα και έθνη. Έτσι, εκτός από τα χριστιανικά νεκροταφεία υπήρξαν και υπάρχουν στο ελληνικό τοπίο ταφές και νεκροταφεία μουσουλμανικά, εβραικά, αρμένικα και στους νεώτερους χρόνους νεκροταφεία ρωμαιοκαθολικών και διαμαρτυρόμενων.

Στις περιοχές που έζησαν υπό την κυριαρχία ευρωπαικών δυνάμεων συναντούνται επίσης απλές και κτιστές ταφές, τάφοι σε ναούς και στον περιβολό τους. Αξιωματούχοι και κληρικοί θάβονται σε ναούς, που μπορεί να έχουν κτίσει οι ίδιοι, είτε σε τάφρο που από πάνω του υψώνεται νεκρικός θάλαμος, είτε σε αληθινή σαρκοφάγο, πέτρινη ή χτιστή, που τοποθετείται στους τοίχους του ναού είτε από την εσωτερική είτε από την εξωτερική πλευρά και πάνω της υψώνεται πάντοτε σχεδόν ένα τόξο. Στους τάφους και τις επιτύμβιες χαράσσονται το όνομα και το εγκώμιο του νεκρού, ο οικογενειακός θυρεός και άλλα πένθιμα εμβλήματα. Τα μαυσωλεία αυτού του τύπου στηρίζονταν κατευθείαν στο έδαφος ή υποβαστάζονταν από πέτρινα υποστηρίγματα, μπηγμένα στους τοίχους του ναού.

Στα νεώτερα χρόνια, δεν είναι λίγα τα νεκροταφεία που έχουν αναπτυχθεί γύρω από βυζαντινές εκκλησίες, σε όλη την Ελλάδα. Ταυτόχρονα δεν είναι λίγα τα νεκροταφεία, χριστιανικά και μουσουλμανικά που έχουν μεταφερθεί και καταστραφεί, ιδίως μέσα στις πόλεις. Τα εβραικά νεκροταφεία,σε πολλές περιοχές ισοπεδώθηκαν από τους Ναζί την περίοδο της κατοχής της Ελλάδος από τους Γερμανούς.


ΚΡΗΤΗ

Σύντομη Ιστορική Αναδρομή από Παλαιοχριστιανικά χρόνια μέχρι απελευθέρωση από Τούρκους
Το νησί της Κρήτης ήταν μέρος της Ρωμαικής και της μετέπειτα Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, πέρασε στα χέρια των Βενετών και ύστερα των Τούρκων. Για τα βυζαντινά χρόνια στο νησί (330 - 1204), τα οποία διακόπτονται από έναν αιώνα αραβοκρατίας (824 - 961), οι σωζόμενες πληροφορίες είναι λίγες. Η εποχή της βενετικής κυριαρχίας (1204 - 1669), από την άλλη, τεκμηριώνεται επαρκώς από σωζόμενες πηγές και αρχαιολογικά τεκμήρια. Έγγραφα και μνημεία σώζονται και από την Τουρκοκρατία (1669 - 1898). Το 1913 η Κρήτη ενώνεται με την υπόλοιπη Ελλάδα.


Ταφικά Έθιμα στην Κρήτη
Μικρές ιδαιτερότητες διαφοροποιούν την Κρήτη από την υπόλοιπη Ελλάδα, στις συνήθειες και τις τελετουργίες στο θάνατο και την ταφή κάποιου προσώπου. Οι περισσότερες διαθέσιμες πληροφορίες έρχονται από έγγραφα της εποχής της Βενετοκρατίας.

Ως προς την προετοιμασία του ετοιμοθάνατου, ακολουθούνταν η ίδια σειρά: ο εοιμοθάνατος ετοίμαζε τη διαθήκη του και λάμβανε θεία κοινωνία. Όμως, οι ιερείς στη Κρήτη μάλλον παραμέλησαν αυτό το καθήκον, όπως φανερώνει δουκικό διάταγμα του 1567, που υποχρέωνε τους ιερείς όχι μόνο να πηγαίνουν να κοινωνούν τους ετοιμοθάνατους, αλλά να τέλουν το χρέος αυτό φορώντας τα ιερά τους άμφια και με τη συνοδεία λαού και κωδωνοκρουσιών.

Η επίσκεψη του νεκρού στο σπίτι, ο θρήνος και η εκφορά επακολουθούσαν κανονικά. Στην Κρήτη, όση ώρα βρισκόταν το λείψανο στο σπίτι δε σκουπίζανε για να μη διώξουνε τους πεθαμένους που ήρθανε να συνοδέψουνε την ψυχή, ενώ συνήθιζαν να γεμίζουν το μαξιλάρι του νεκρού με φύλλα ελιάς. Το έθιμο της αποκοπής της κόμης κατά το θάνατο προσφιλούς προσώπου, εκτός της παλαιότητάς του, ήταν εξαιρετικά διαδεδομένο στην Κρήτη και συνεχίζονταν μέχρι πρόσφατα στα Σφακιά. Σκηνές θρήνου περιέχονται και στον Ερωτόκριτο, με χτυπήματα στα γόνατα και τα στήθη, ενώ μοιρολόγια της εποχής ανασυνθέτονται από τα κείμενα της Ερωφίληςκαι άλλα.

Η εκφορά στην Κρήτη λεγόταν, όπως και σήμερα σε διάφορους τόπους, «ξόδι», οι νεκροφόροι «σηκωταί» το φέρετρο «κιβούρι». Με διάταγμα του δούκα της Κρήτης που εκδόθηκε το 1356, απαγορεύτηκε η συμμετοχή μοιρολογητριών στην πρόθεση, εκφορά και κηδεία. Οι γυναίκες που παραβίαζαν την απαγόρευση, αλλά και αυτοί που τις προσκαλούσαν, τιμωρούνταν σύμφωνα με το νόμο. Το ίδιο διάταγμα επέβαλλε σοβαρούς περιορισμούς στον αριθμό των προσώπων που μπορούσαν να συμμετέχουν στην εκφορά του λειψάνου, καθώς και στους δρόμους περιφοράς της σορού.

Φαίνεται πως οι Κρητικοί συνήθιζαν πολυτέλειες στους νεκρούς τους, αφού απειλήθηκαν με αφορισμό, επειδή έθαπταν στα μνήματα χρυσό, ασήμι, μεταξωτά φορέματα και άλλα. Σώζεται η περιγραφή της μεγαλοπρεπούς κηδείας του Μεγάλου Άρχοντος Αλεξίου Καλλέργη που τάφηκε το 1299 μετά από μεγάλη πομπή και τη συνοδεία Λατίνων και Ελλήνων στην σιναϊτική εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, αναφέρονται και οι 35 χιλιάδες των χρυσών νομισμάτων (υπέρπυρων) που δαπανήθηκαν κατά την κηδεία του, από τους γιους του και κληρονόμους της μεγάλης του περιουσίας.

Στην Κρήτη συνηθίζονταν, όπως και αλλού οι επιτάφιοι λόγοι, ο στολισμός των τάφων με λουλούδια και στεφάνια, οι επιτύμβιες στήλες σε πεζό ή έμμετρο λόγο και τα τακτά μνηνόσυνα στους νεκρούς, όπως επιβεβαιώνουν ποικίλα έγγραφα και μαρτυρούν στίχοι του Ερωτόκριτου. Το πένθος έδειχναν οι προσφιλείς του νεκρού φορώντας μαύρα ρούχα, κρατώντας τα παράθυρα κλειστά, νηστεύοντας και μένοντας χωρίς περιποιήσεις.

Τάφοι και Νεκροταφεία στην Κρήτη
Τάφοι και νεκροταφεία βυζαντινής εποχής, ανακαλύπτονται και ερευνούνται στις αρχαιολογικές ανασκαφές, σε διάφορα μέρη της Κρήτης. Συχνές είναι οι μεμονωμένες ταφές που αποκαλύπτονται χωρίς συμφραζόμενα και χρονολογούνται από τα παλαιοχριστιανικά έως και την αρχή της Βενετοκρατίας. Νεκροταφεία ή συστάδες ταφών έχουν βρεθεί δίπλα ή μέσα σε βασιλικές, όπως στη βασιλική Βυζαρίου, καθώς και σε ανασκαφές κοντά σε σημαντικές πόλεις της πρώτης βυζαντινής περιόδου, όπως το νεκροταφείο στον Άγιο Τίτο στη Γορτυνα και το παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο της αρχαίας Κισάμου.

Τα ενετικά έγγραφα βεβαιώνουν, ότι υπήρχε συνήθεια κατά την εποχή της Βεννετοκρατίας να θάβουν τους νεκρούς στους περιβόλους των πολυαρίθμων ναών των πόλεων, εντός αυτών, αλλά και σε μονές. Όσοι αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι, δούκες, αρχιστράτηγοι, προβλεπταί, σύμβουλοι και λοιποί ευγενείς και φεουδάρχες πέθαιναν, για παράδειγμα, στο Ηράκλειο, θάπτονταν στα προαύλια και τους περιβόλους των ναών του Αγίου Μάρκου, Αγίου Τίτου, Αγίου Φραγκίσκου κ.λ.π. Αναφέρονται πολλές τέτοιες ταφές με το όνομα του νεκρού και την εκάστοτε εκκλησία. Άλλωστε πολλές είναι και οι επιτύμβιες επιγραφές που έχουν σωθεί και συνεχίζουν να βρίσκονται στις ανασκαφές. Το ίδιο συνέβαινε και με τους Κρητικούς αρχοντορωμαίους και άλλους προύχοντας Έλληνες κληρικούς και λαϊκούς.

Την εκταση του φαινομένου φανερώνει η απαγόρευση των αστικών ταφών με δουκικό διάταγμα του 1365, που δε φαίνεται να ίσχυσε. Το ίδιο διάταγμα αναφέρει ιδιωτικούς τάφους μέσα στις πόλεις, οι οποίοι εξαιρούνται της απαγόρευσης. Από την άλλη, δεν υπάρχουν σαφείς ειδήσεις για το αν υπήρχαν εκτός της πόλεως νεκροταφεία για τον πολύ κόσμο, αλλά είναι το πιθανότερο. Οι απλοί τάφοι, πάντως, ονομάζονταν «μνημούρια».

Εκτός από τους απλούς αυτούς τάφους για τους φτωχούς, υπήρχαν δύο είδη τάφων - μνημείων. Το ένα είδος αποτελείται από ένα νεκρικό θάλαμο πάνω από την τάφρο που είναι σκαμμένη στο πάτωμα του ναού ή στο γύρω από αυτόν χώρο. Το άλλο παίρνει σχήμα σαρκοφάγου, πέτρινης ή χτιστής, που τοποθετείται στους τοίχους του ναού εσωτερικά ή εξωτερικά και από πάνω της υψώνεται ένα τόξο. Τα μαυσωλεία αυτού του τύπου, που ονομάζονται «αρκοσόλια», στηρίζονταν κατευθείαν στο έδαφος ή υποβαστάζονταν από πέτρινα υποστηρίγματα, μπηγμένα στους τοίχους. Στους τάφους και τις επιτύμβιες πλάκες χαράσσονται το όνομα και το εγκώμιο του νεκρού, ο οικογενειακός θυρεός και άλλα πένθιμα εμβλήματα.

Τα αρκοσόλια που σώζονται από τη βενετική εποχή φτάνουν τα πενήντα τρία, αφού φαίνεται πως πολλά έχουν καταστραφεί βανδαλικά, και ως προς τη διακόσμηση χωρίζονται σε αρκοσόλια με ανάγλυφο διάκοσμο, δείγματα βενετοκρητικής γλυπτικής, και στα τοιχογραφημένα. Υπάρχουν παραδείγματα σαρκοφάγων σε διάφορους ναούς, καθώς και σχέδιο του τέλους του 16ου αιώνα που παριστάνει το μαυσωλείο του Μαθαίου Καλλέργη. Εκτός από λίγους του 15ου αιώνα, οι περισσότεροι ανήκουν στον 16ο και 17ο αιώνα.

Του τέλους του 15ου αιώνα ήταν ο μεγαλοπρεπής τάφος του Κ. Βενιέρη, ο οποίος όταν καταστράφηκε τα διάφορα κομμάτια του τοποθετήθηκαν πάνω από την πόρτα του ναού του Αγίου Ιωάννη Πρόδρομου στην Κίσαμο και του 1610 ήταν ο τάφος του Γ. Βλάχου στον Άγιο Αθανάσιο στις Λιθίνες, ναό που ο ίδιος ανακαίνισε. Λείψανα τάφου των Καλλεργών σώζονται στο ναό της Παναγίας στο θρόνο Αμαρίου. Καλύτερα διατηρείται το μαυσωλείο στην Παναγία στον Πρινό Μυλοποτάμου που είναι μέσα στον μεσημβρινό τοίχο της δυτικής καμάρας του ναού. Το μνημείο του Αγίου Ιωάννη στα Σκουλούφια Μυλοποτάμου, που η σαρκοφάγος του είχε καταστραφεί και επιδιορθωθεί εξωτερικά, φέρει χαραγμένη χρονολογία 1531.

Οι χριστιανοί επί Τουρκοκρατίας εξακολούθησαν να θάπτονται στα προαύλια ναών, ενώ στις πόλεις αναπτύχθηκαν ή πιθανόν συνέχισαν να χρησιμοποιούνται για το λαό, νεκροταφεία στα όρια των πόλεων.

Στο Ηράκλειο υπήρχε η τάση να θάπτωνται οι επισημότεροι τουλάχιστον, στο προαύλιο του σιναϊτικού μετοχιού του Αγίου Ματθαίου. Ο πολύς όμως χριστιανικός κόσμος χρησιμοποιούσε το προς δυσμάς της πόλης κατά την παραλία λεγόμενο παλαιό νεκροταφείο, που σήμερα βρίσκεται ο συνοικισμός Αγία Βαρβάρα. Σύμφωνα με τουρκικό φιρμάνιτου 1671, παραχωρήθηκαν στους ορθοδόξους κατοίκους του Ηρακλείου, δύο στρέμματα γης στο άκρο του βοσκότοπου που βρίσκεται έξω από την Κιζίλ Τάμπια. Την ίδια χρονιά, άλλο φιρμάνι παραχώρησε τέσσερα στρέμματα γης, στην ίδια περιοχή, για την ταφή των Αρμενίων του Ηρακλείου. Στο έγγραφο αυτό μαρτυρείται ήδη υπάρχον εκεί εβραικό νεκροταφείο. Kizil Tabya σημαίνει το ερυθρόν πρόχωμα και έτσι ονομάστηκε από τους Τούρκους το δυτικό προς τη θάλασσα τμήμα του φρουρίου του Χάνδακος. Το ένα χριστιανικό, το αρμενικό και το εβραικό νεκροταφείο, δηλαδή, βρισκόταν κάπου στην περιοχή του γηπέδου του ΟΦΗ στα Καμίνια και το άλλο χριστιανικό στο σιναΐτικο μοναστήρι του Αγίου Ματθαίου. Τα κοιμητήρια της περιοχής των Καμινίων δεν άφησαν κανένα ίχνος,ενώ κάτι ανάλογο συνέβη και στο κοιμητήριο του Αγίου Ματθαίου, που πριν λίγα χρόνια και εντελώς τυχαία, κάποιο επιτάφιο επίγραμμα αποκάλυψε το όνομα επιφανούς Ηρακλειώτη που είχε ενταφιαστεί εκεί.

Στα Χανιά, τα πρώτα χρόνια της τουρκικής κατοχής ο πληθυσμός έθαβε μέσα στην πόλη τους νεκρούς του, από τους οποίους δεν χωρίζονταν και μετά το θάνατο.

Όσο για τους μουσουλμάνους, επί Τουρκοκρατίας επικρατούσε η συνήθεια να θάβονται οι επισήμοι νεκροί, βεζίρηδες, πασάδες, κληρικοί κ.λ.π. στους περιβόλους των τζαμιών και τεκέδων. Στο Βεζίρ Τζαμί στο Ηράκλειο λ.χ. τάφηκε ο Αλβανός αρχιστράτηγος Χασάν Πασάς, ο οποίος μετά τη σφαγή 2000 χριστιανών στο σπήλαιο της Μιλάτου το 1823, σκοτώθηκε πέφτωντας από το άλογό του. Ο τάφος του, με επιγραφή βρίσκεται αντικρύ της αποθήκης Δυαλινά. Επίσης, ο χριστιανός και εκτουρκισθείς Ισμαήλ Πασάς, κατά την επιστροφή από εκστρατεία το Μάιο 1867 αποθανών, τάφηκε στον ίδιο περίβολο του Βεζίρ Τζαμιού. Στο γέροντα Ιμπραΐμ Μπαμπά Αφεντακάκη επετράπη με διαταγή του αρμόδιου υπουργείου να ταφή πριν κάποια χρόνια στον Τεκέ των Δερβισών πίσω από το ξενοδοχείο Κνωσός, αν και τα οστά του πήραν οι εγγονοί του μαζί τους αναχωρούντες ως ανταλλάξιμοι.

Στο Ρέθυμνο το νεκροταφείο ήταν εκεί που σήμερα βρίσκεται ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου, απέναντι από τα ΚΤΕΛ. Πηγές αναφέρουν στο ίδιο σημείο βρίσκονταν ο Άγιος Αθανάσιος των Φράγκων και ο Άγιος Αθανάσιος των Ελλήνων. Το νεκροταφείο φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε και κατά την Ενετική Περίοδο.

Στο Ηράκλειο η τεράστια έκταση που κάλυπταν οι τουρκικοί τάφοι μοιράστηκε από το δημόσιο και σήμερα στη θέση του βρίσκονται πολύκατοικίες και δρόμοι.

Ο πολύς τουρκικός λαός, λοιπόν, θάβονταν έξω από την πόλη, όπου με την συνήθεια των μουσουλμάνων να θάπτεται ο καθένας σε χωριστό μνήμα, δημιουργήθηκαν γρήγορα, μεγάλα τουρκικά νεκροταφεία που καταλάμβαναν έκταση πολλών στρεμμάτων.

Στους ιδίους περιβόλους, όπου κάποτε είχαν τους τάφους τους οι βυζαντινοί μητροπολίτες και Κατεπάνω Κρήτης και οι αρχοντόπουλοι, θάπτονταν ύστερα οι Φράγκοι αρχιερείς και δούκες και στρατηγοί και τελευταία οι Τούρκοι βεζίρηδες και πασάδες.


ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

Α. Ταφικές Πρακτικές σε ορθόδοξα κοιμητήρια
Στην Ελλάδα υιοθετείται η πρακτική του απλού ενταφιασμού. Η τελετή της κηδείας αποτελεί τρόπο έκφρασης της αγάπης των ζωντανών προς τον εκλιπόντα. Οι χριστιανοί πιστεύοντας ότι το σώμα είναι προορισμένο να αναστηθεί θάβουν τον νεκρό με «όλες» τις τιμές. Για αυτό το λόγο πριν από την ταφή τον λούουν, τον στολίζουν, τον ντύνουν με λευκή στολή και τον τοποθετούν ακάλυπτο σε «κλίνη» (φέρετρο).

Σύμφωνα με το νόμο ο νεκρός θα πρέπει να παραμείνει άταφος σε σπίτι συγγενικού προσώπου ή σε περιπτώσεις που έχει προηγηθεί σοβαρή ασθένεια σε ειδικό θάλαμο τουλάχιστον 24 ώρες από τη διάγνωση του θανάτου.

Ο θρήνος διαρκεί μια ημέρα. Πριν από την εκφορά αναγιγνώσκεται στην οικία του νεκρού ευχή «προς εκκόμισιν» από το ευχολόγιο του Σεραπίωνος. Κατά την εκφορά του και μέχρι την είσοδό του στον ναό ψάλλεται καθ΄ οδόν, ως εξόδιος, τρισάγιος ύμνος ίσως προς ομολογία της πίστεως του θανόντος ή προς ένδειξη ότι αυτός βρίσκεται ήδη κοντά στους αγγέλους. Παράλληλα ψάλλεται ο τρισάγιος ύμνος εις την ζωοποιό Τριάδα. Το λείψανο μεταφέρεται από συγγενείς ή φίλους στα χέρια σε μια προσπάθεια έκφρασης της εκτίμησης προς τον νεκρό ή σε νεκροπομπή.

Στο ναό ο νεκρός τοποθετείται με το πρόσωπο προς τα ανατολικά μια και από εκεί έρχεται ο Σωτήρ και εκεί είναι ο Παράδεισος της Εδέμ. Στη συνέχεια ψάλλεται πληρέστερα νεκρώσιμος ακολουθία και δίδεται ο τελευταίος ασπασμός.

Μετά την απόλυση ο νεκρός οδηγείται στον τάφο. Πριν από τον ενταφιασμό ψάλλεται και πάλι σύντομη νεκρώσιμη ακολουθία του τρισάγιου και ενταφιάζεται ο νεκρός με το πρόσωπο προς τα ανατολικά με την προσδοκία ότι από εκεί θα φανεί ο Χριστός για να κρίνει τους νεκρούς και τους ζωντανούς. Το σώμα περιχύνεται με έλαιο και με χώμα σταυροειδώς από τον ιερέα. Η τελετή διαιρείται σε τρία μέρη:

•στην σύντομη ακολουθία εντός της οικίας και της εκφοράς

•στη νεκρώσιμη ακολουθία στο ναό

•στην ακολουθία στο σημείο ταφής και

•στην ταφή

Κατά το τέλος του 5ου και αρχές του 6ου αιώνα μ.Χ. η νεκρώσιμος ακολουθία εμπλουτίσθηκε με διαφορετικά τροπάρια και κανόνες ενώ διαμορφώθηκαν διαφορετικές νεκρώσιμες ακολουθίες για τις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις όπως π.χ. για τους κοσμικούς, τους μοναχούς, τους ιερείς, τα νήπια Η εκτενέστερη είναι εκείνη των ιερέων, στην οποία είναι χαρακτηριστικό ότι αναγιγνώσκονται 5 Αποστολικές και 5 Ευαγγελικές περικοπές. Για τους νεκρούς μοναχούς καθιερώθηκε επί Θεοδώρου του Στουδίτου η ανάγνωση όλου του Ψαλτηρίου. Σήμερα όμως τελείται για όλους η ακολουθία των κοσμικών. Μόνο στα μοναστήρια τελούνται και οι άλλες ακολουθίες.
Σήμερα επαγγελματίες αναλαμβάνουν τη φροντίδα του νεκρού σώματος. Το κόστος της ταφής εξαρτάται από τα υλικά που θα χρησιμοποιηθούν (π.χ. φέρετρο, άνθη, δείπνο κλπ).


Μνημόσυνα
Η λέξη προέρχεται από τη λέξη «ο κόλλυβος» που σημαίνει σταθμικό μέτρο για τον προσδιορισμό του βάρους του χρυσού, όπως επίσης και κάθε νόμισμα μικρής αξίας, δηλαδή το πολύ λεπτό σε πάχος και αξία νόμισμα. Με τις λέξεις «κόλλυβα» και «κόλλυβο» στην αρχή εννοούνταν κάθε είδος μικρού γλυκού από σιτάρι σε σχήμα πίτας ή τα «τρωγάλια» και τα «τραγήματα», δηλαδή ξηρούς καρπούς (καρύδια, αμύγδαλα, σταφίδες, φουντούκια κ.α.) καθώς και τον «εψιτόν σίτον» κατά τον Βυζαντικό λεξικογράφο Σουΐδα.

Σύμφωνα με τη γνώμη μερικών το έθιμο των κολλύβων οφείλεται στην παλαιά συνήθεια της διανομής νομισμάτων κατά τα μνημόσυνα. Η διανομή νομισμάτων - κολλύβων συνδέονταν με την ελεημοσύνη κατά τα χρόνια του χριστιανισμού. Αυτές τις ελεημοσύνες ελάμβαναν, από τα υπάρχοντα του αναπαυομένου, οι πτωχοί, οι συγγενείς και οι φίλοι του μεταστάντος, οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι.


Ημερομηνίες μνημοσύνων
Από την εποχή των Αποστόλων υπάρχει μια συγκεκριμένη μορφή μνημόσυνων. Το βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών που απηχεί σχεδόν ολόκληρη την λατρευτική παράδοση των Αποστολικών χρόνων, κάνει μια χρονική διάκριση των μνημοσύνων. Οι καθορισμένες ημέρες για την τέλεσή τους από την ημέρα που πεθαίνει κάποιος είναι:

•η τρίτη (συμβολίζει την 3ήμερη παραμονή του Κυρίου στον τάφο)

•η ενάτη (κατά την ενάτη ημέρα δημιουργείται η σάρκα ή διαλύονται τα μέλη της)

•η τεσσαρακοστή (η Ανάσταση του κυρίου έγινε μετά από 40 ημέρες, ή τότε αποσυντίθεται η καρδιά)

•τα τρίμηνα (Αγία Τριάδα)

•τα εξάμηνα (Αγία Τριάδα)

•τα εννιάμηνα (Αγία Τριάδα)

•ο χρόνος (Ανάσταση) και

•κάθε χρόνο η επέτειος της μνήμης.


Ημερομηνίες κατά τις οποίες δεν επιτρέπεται η τέλεση μνημοσύνων
Όσον αφορά την τέλεση μνημόσυνων υπάρχουν ορισμένες χρονικές εκκλησιαστικές περίοδοι που δεν επιτρέπονται. Ο λόγος που δεν επιτρέπονται είναι γιατί σε αυτές τις ημερομηνίες επικρατεί το γεγονός «Χριστός» οπότε τίποτε άλλο δεν μπορεί να χωρέσει στο μεγαλείο της Δεσποτικής ημέρας. Έτσι, δεν πρέπει να τελούνται μνημόσυνα με κόλλυβα:

•από το Σάββατο του Λαζάρου μέχρι την Κυριακή του Θωμά

•σε όλες τις Δεσποτικές εορτές δηλαδή προ της Χριστού Γεννήσεως, των Θεοφανείων, της Πεντηκοστής, της Υπαπαντής, της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος κ.α.

•σε όλες τις Θεομητορικές εορτές

•σε όλες τις ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής εκτός του Σαββάτου και της Κυριακής

•της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού

•κατά την ημέρα της ιεράς πανηγύρεως του ναού

•κατά τις εθνικές εορτές δηλ. της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης Μαρτίου

•την ημέρα της πανηγύρεως του εκάστοτε ναού


Σε περίπτωση που ένα μνημόσυνο συμπέσει με τις παραπάνω ημερομηνίες, μπορεί να τελεσθεί ανήμερα ένα τρισάγιο και να προηγηθεί ή να ακολουθήσει τέλεση μνημοσύνου με κόλλυβα σε μια λειτουργική ημέρα. Για τις αλειτούργητες ημέρες της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής μνημόσυνα μπορούν να τελεσθούν μόνο κατά τα Σαββατοκύριακα εκτός του Μεγάλου Σαββάτου.


Σύγχρονα Νεκροταφεία
Η θέση των σύγχρονων κοιμητηρίων στην Ελλάδα συνήθως καταλαμβάνουν συνήθωςς περιοχές με εξαιρετική θέα. Οι τάφοι είναι οργανωμένοι σε ευθείες γραμμές με προσανατολισμό Α-Δ.

Σε κάθε κοιμητήριο υπάρχει ένα ή περισσότερα οστεοφυλάκια ανάλογα με της ανάγκες του νεκροταφείου. Σε κάθε οστεοθήκη υπάρχουν τα λείψανα ενός ατόμου. Στην εξωτερική του επιφάνεια αναγράφεται το όνομα του.

Σε κάθε νεκροταφείο υπάρχει συνήθως ένας υπεύθυνος για την καθαριότητα του χώρου και για την παροχή πληροφοριών σε όποιον χρειάζεται βοήθεια (αναφορικά με τα σημεία άντλησης νερού, απόρριψης άχρηστων αντικειμένων, φροντίδα του μνήματος κλπ).


Β. Στρατιωτικά Νεκροταφεία, Ταφικές Πρακτικές

Α. Ευρώπη
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ιδρυθεί στρατιωτικά πολεμικά νεκροταφεία, όπου έχουν ταφεί οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί που έχασαν τη ζωή τους, κατά τη διάρκεια του Πρώτου και Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα νεκροταφεία αυτά ιδρύθηκαν είτε κατά τη διάρκεια του πολέμου, είτε αμέσως μετά το τέλος του. Συνήθης είναι, επίσης, η περίπτωση της εγκαταστάσεως ενός νεκροταφείου σε κάποιο χώρο για τους νεκρούς μιας συγκεκριμένης μάχης, αλλά μετά το τέλος του πολέμου να μεταφέρονται σε αυτό νεκροί που είχαν ταφεί αρχικά σε άλλα νεκροταφεία ή μεμονωμένους τάφους.

Η θέση των περισσότερων στρατιωτικών νεκροταφείων επιλέχθηκε, από τις αρχές, στις πιο ελκυστικές περιοχές της πόλης ή της χώρας, ίσως σαν φόρος τιμής στους νεαρούς άνδρες που έχασαν τη ζωή τους για την πατρίδα τους. Το κεντρικό σημείο των περισσότερων νεκροταφείων είναι ο Σταυρός της Θυσίας. Γύρω από αυτόν, είναι διευθετημένες οι πλάκες των τάφων σε απόλυτα ευθείες σειρές. Στην κορυφή κάθε πλάκας έχει τοποθετηθεί το εθνικό έμβλημα και ακολουθείται από το βαθμό του νεκρού στο στρατό, το όνομα, τη μονάδα του και την ημερομηνία γεννήσεως και θανάτου. Στο κάτω μέρος της πλάκας υπάρχει σε κάποιες περιπτώσεις μια επιγραφή που επιλέχθηκε από τους συγγενείς του νεκρού.

Στη συνέχεια του κειμένου παρατίθενται κάποια παραδείγματα ευρωπαϊκών συμμαχικών νεκροταφείων:

Στο Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται το «Cliveden War Cemetery». Περιλαμβάνει 42 ταφές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, από τις οποίες 28 είναι Καναδών και οι υπόλοιπες Αμερικανών, Βρετανών, Αυστραλών και Νεοζηλανδών. Υπάρχουν ακόμη μία ταφή Καναδού και μία ταφή Βρετανού του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα σήματα είναι μικρές απλές λίθινες πλάκες.

Στη Γαλλία βρίσκεται το «Calais Southern Cemetery». Περιλαμβάνει σχεδόν 950 τάφους του Α΄ παγκοσμίου πολέμου και πάνω από 22 του Δευτέρου. Στο «St. Sever Cemetery and Extension» στην ίδια χώρα, έχουν γίνει πάνω από 8.500 ταφές του Πρώτου και 300 του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, σε μία έκταση 49.885 τμ.

Στη Γερμανία βρίσκεται το «Berlin 1939-45 War Cemetery». Η θέση του επιλέχθηκε από τις Βρετανικές αρχές, το 1945, αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου σε μία από τις πιο όμορφες περιοχές της πόλης. Οι ταφές που βρίσκονται στο νεκροταφείο αυτό είναι ανακομιδές αρχικών ενταφιασμών από την περιοχή του Βερολίνου και την ανατολική Γερμανία. Περιλαμβάνει περίπου 2.700 ταφές Βρετανών, 530 Καναδών, 220 Αυστραλών, 60 Νεοζηλανδών, 30 Νοτιοαφρικανών και 50 Ινδών.

Το μεγαλύτερο συμμαχικό νεκροταφείο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκεται επίσης, στη Γερμανία. Πρόκειται για το «Reichswald Forest War Cemetery». Στο νεκροταφείο αυτό μεταφέρθηκαν τα λείψανα χιλιάδων στρατιωτών, που είχαν αρχικά ταφεί σε άλλα σημεία στη Γερμανία. Περιλαμβάνει συνολικά πάνω από 7.600 ταφές, από τις οποίες οι 6.400 είναι Βρετανών στρατιωτών.

Στην Ιταλία, βρίσκεται το «Βeach Head War Cemetery», δύο μίλια βόρεια του Αnzio, πάνω στο δρόμο για τη Ρώμη. Ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1944 και περιλαμβάνει 2.200 ταφές Βρετανών και ένα μικρό αριθμό ταφών Αυστραλών, Νεοζηλανδών και Νοτιοαφρικανών.

Συμμαχικά νεκροταφεία έχουν ιδρυθεί, επίσης, στο Βέλγιο, στη Δανία, στην Ολλανδία, στη Μάλτα, στην Ισπανία, στην Ελλάδα κι αλλού στην Ευρώπη.

Πάνω από 800 πολεμικά νεκροταφεία Γερμανών στρατιωτών υπάρχουν σε ολόκληρο τον κόσμο, που περιλαμβάνουν χιλιάδες ταφές. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, στο πολεμικό νεκροταφείο του «Andilly» έχουν γίνει 33.064 ταφές Γερμανών στρατιωτών, στο «Marigny» 11.169 ταφές και στο «Orglandes» 10.152. Στην Αγγλία, στο νεκροταφείο «Cannock Chase» περιλαμβάνονται 4940 ταφές Γερμανών, ενώ στο νεκροταφείο «Costermano» 21.972 ταφές. Όλα τα γερμανικά νεκροταφεία ιδρύθηκαν από τη «Volksbund», ένα γερμανικό οργανισμό, που ασχολείται με την οργάνωση, τη συντήρηση και την προστασία των Γερμανικών πολεμικών νεκροταφείων σε ολόκληρο τον κόσμο.


Β. Ελλάδα
Στην Ελλάδα, υπάρχουν τόσο συμμαχικά, όσο και γερμανικά πολεμικά νεκροταφεία. Τα γερμανικά είναι αυτά του Μάλεμε στην Κρήτη (βλ. παρακάτω) και το «Γερμανικό Νεκροταφείο του Διονύσου, κοντά στην Αθήνα. Το Γερμανικό νεκροταφείο στο Διόνυσο ιδρύθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1975 στη θέση Ραπετζώνα, 30 χλμ. από την Αθήνα. Η περιοχή παραχωρήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση και σε αυτήν έγιναν οι ανακομιδές των λειψάνων των Γερμανών στρατιωτών που είχαν αρχικά ενταφιασθεί σε άλλες περιοχές της Ελλάδας (εκτός από την Κρήτη). Περιλαμβάνει 68 ταφές του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου και 9.905 ταφές του Δευτέρου.

Σε πολλές περιοχές της χώρας έχουν ιδρυθεί πολεμικά νεκροταφεία, όπου έχουν ταφεί οι σύμμαχοι της Ελλάδας (Βρετανοί, Γάλλοι, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί), που σκοτώθηκαν στις επιχειρήσεις του Πρώτου και Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ταφές του πολέμου 1914-18 έχουν γίνει στο «Στρατιωτικό νεκροταφείο Θεσσαλονίκης». Εγκαινιάστηκε το Νοέμβριο του 1915 και περιλαμβάνει Βρετανικό, Γαλλικό, Σέρβικο, Ιταλικό και Ρώσικο τομέα. Οι περισσότερες ταφές είναι στρατιωτών που πέθαναν στα νοσοκομεία που λειτουργούσαν στην περιοχή.

Από τις αρχές του 1917, άρχισαν να γίνονται ταφές Βρετανών και στο «Βρετανικό Νεκροταφείο της Μίκρας» στην Καλαμαριά (Δυτική Θεσ/νίκη).

Ταφές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έχουν γίνει και στο «Πολεμικό Νεκροταφείο Φαλήρου», κοντά στην Αθήνα. Η θέση αρχικά επιλέχθηκε ως χώρος ταφής για τις απώλειες της κοινοπολιτείας από τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο (Δεκέμβριος 1944-Φεβρουάριος 1945), αλλά σήμερα υπάρχουν και 2.028 Βρετανικές ταφές.

Συμμαχικά νεκροταφεία υπάρχουν κι αλλού στην Ελλάδα (Πολεμικό Νεκροταφείο Λέρου, Ρόδου, Πορτιανού, Στρατιωτικό Νεκροταφείο Λαχανά, Νέο Βρετανικό Νεκροταφείο Σύρας, κ.ά) Όλα έχουν τον τύπο που περιγράφηκε παραπάνω: Φροντισμένοι κήποι σε όμορφα σημεία της πόλης, με πλάκες οργανωμένες σε σειρές και το Σταυρό της Θυσίας στο κέντρο του νεκροταφείου. Σε κάποιες περιπτώσεις, υπάρχει κάποια επιγραφή που μνημονεύει τα ονόματα των νεκρών ή κάποιο επιτύμβιο γλυπτό.

Εκτός από τα οργανωμένα γερμανικά και συμμαχικά πολεμικά νεκροταφεία, υπάρχουν ακόμη οι μαζικές ταφές Ελλήνων που εκτελέστηκαν από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Τέτοιες ταφές έχουν γίνει είτε μέσα στην περιοχή ενός πολιτικού νεκροταφείου (για παράδειγμα, στο Γ΄ Νεκροταφείο Κοκκινιάς, έχουν γίνει 200 ταφές Ελλήνων-οργανωμένες σε 8 σειρές από 25 τάφους η καθεμιά-που εκτελέστηκαν την 1 Μαΐου 1944), είτε στην ύπαιθρο (παραδείγματος χάριν στην τοποθεσία Πολιόχουνι, μια κοιλάδα στην Αρκαδία, κοντά στην Τρίπολη, εκτελέστηκαν 204 Έλληνες στις 24 Φεβρουαρίου 1944 και τάφηκαν στην ίδια ακριβώς θέση από τους συγχωριανούς τους. Λίγοι μικροί σταυροί δηλώνουν το σημείο της θυσίας). Τέτοιοι χώροι ταφής υπάρχουν ακόμη σε μοναστήρια: Στα ιστορικά νεκροταφεία στο Μέγα Σπήλαιο και στην Αγία Λαύρα υπάρχουν ταφές μοναχών που εκτελέστηκαν το Δεκέμβριο του 1943 από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής.


ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

A. ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΠΕΡΙΟΒΟΛΙΑ, ΡΕΘΥΜΝΟ ΚΡΗΤΗΣ (ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ)
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, με καταπληκτική θέα στην παραλία του Ρεθύμνου, βρίσκεται σε ύψωμα στην περιοχή Περιβολίων. Η ημερομηνία ίδρυσής της δεν μας είναι γνωστή. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Α. Μαυράκη ήταν ήδη σε χρήση το 182.

Στο ΝΔ τμήμα της βρίσκεται το μνημείο των Τεσσάρων Μαρτύρων (ονόματα: Γεώργιος, Αγγελής, Μανουήλ και Νικόλαος) οι οποίοι εκτελέστηκαν από τους Τούρκους στις 28 Οκτωβρίου 1824.

To 1963-1965, το Εκκλησιαστικό συμβούλιο της ενορίας αποφάσισε την ανακατασκευή του παλαιού τάφου των Τεσσάρων μαρτύρων και την ανανέωσή τους με άλλο «περικαλή και μαρμαρόγλυφο». Ανάμεσα στα κλαδιά παριστάνονται σε διάφορες θέσεις άγγελοι που κρατούν από ένα στεφάνι και το καταθέτουν τιμητικά σε κάθε έναν από τους 4 Μάρτυρες.

Ένα σημείο που θυμίζει στους κατοίκους των Περιβολίων τις δύσκολες ημέρες του πολέμου είναι το παλιό οστεοφυλάκιο, το οποίο βρίσκεται στο δυτικό τμήμα, στο μέσο περίπου του σύγχρονου κοιμητηρίου. Εκεί είχαν ταφεί τα πτώματα των εκτελεσθέντων από τους Γερμανούς το 1941. Σήμερα, τα λείψανά τους έχουν μεταφερθεί στην περιοχή των Μισιρίων, στο μνημείο των πεσόντων πολέμου.

Σήμερα, το κοιμητήριο αποτελείται από 367 τάφους, οι οποίοι είναι διευθετημένοι σε σχεδόν ευθείες γραμμές. Στην πλειονότητα τους είναι οικογενειακοί/χτιστοί τάφοι από μάρμαρο ή άλλου είδους υλικό (332). Οι υπόλοιποι είναι κοινοτικοί.

Υπάρχουν 3 κύρια οστεοφυλάκια. Δύο από αυτά είναι σχεδόν πλήρη. Το οστεοφυλάκιο το οποίο βρίσκεται σε χρήση βρίσκεται στη ΝΑ γωνία του κοιμητηρίου.


Τάφοι
Τα μνήματα που βρίσκονται στο κοιμητήριο του Αγίου Γεωργίου στα Περιβόλια διακρίνονται διακρίνονται σε δύο βασικούς τύπους:

α) Χτιστοί τάφοι: Είναι συνήθως ιδιόκτητοι, οικογενειακοί. Είναι ορθογώνιοι αποτελούμενοι από μια πλάκα, ένα κιβώτιο και ένα σταυρό, σχεδόν στο σύνολό τους κατασκευασμένα από μάρμαρο. Στην άνω επιφάνεια της πλάκας χαράσσεται το όνομα της οικογένειας, στην οποία ανήκει το μνήμα. Τα ονόματα των εκλιπόντων, τα λείψανα των οποίων βρίσκονται μέσα στο μνήμα, χαράσσονται επίσης στο άνω σημείο της πλάκας, κάτω από το όνομα της οικογενείας στην οποία αυτό ανήκει. Σε κάθε τάφο είναι δυνατός ο ενταφιασμός περισσοτέρων του ενός ατόμων.

Η μεγαλοπρέπειά του εξαρτάται κυρίως από την οικονομική άνεση της οικογένειας του εκλιπόντος. Το επιτρεπόμενο ύψος και βάθος του μνήματος καθορίζεται από την Ελληνική Νομοθεσία. Ειδικότερα, το ύψος του «θόλου» δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 2,5μ.. Για τους ενήλικες οι διαστάσεις του τάφου είναι: 2.20 X 1.0μ. και για τα παιδιά είναι: 1.10 X 0.50μ. Η απόσταση μεταξύ των τάφων πρέπει να είναι τουλάχιστον 0,50μ.

Το ορθογώνιο κιβώτιο, το οποίο βρίσκεται στο δυτικότερο σημείο του τάφου περιέχει συνήθως φωτογραφίες του εκλιπόντος/ων, ένα καντήλι, εικόνα του Χριστού/Παναγίας και άνθη. Σε ορισμένες περιπτώσεις χαράσσονται λόγια παρηγοριάς στην επιφάνεια της πλάκας (π.χ. μαντηνάδες, στίχοι, αποφθέγματα κλπ)

Η φροντίδα των τάφων αποτελεί υποχρέωση των οικογενειών στις οποίες ανήκουν. Για παράδειγμα είναι υπεύθυνοι για την καθαριότητά του ή για την αντικατάσταση των άνθεων όταν αυτά μαραθούν.

β) Κοινοτικοί τάφοι: Απλά ορθογώνια ορύγματα. Η ανώτερη επιφάνεια τους δεν ξεπερνάει το επίπεδο του εδάφους. Διατίθενται συνήθως σε ανθρώπους που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να προχωρήσουν στην αγορά ενός μνήματος.

Οι διαστάσεις και το βάθος του μνήματος είναι όμοια με εκείνα του ιδιόκτητου τάφου.

Συνήθως, δεν υπάρχουν φωτογραφίες του εκλιπόντος, εικόνες ή άλλα αντικείμενα. Σπάνια συναντάται ένας σταυρός στις απολήξεις του οποίου είναι χαραγμένο το όνομα του τελευταίου εκλιπόντα.


Β. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ, ΜΑΛΕΜΕ, ΚΡΗΤΗ
Στην Κρήτη υπάρχουν δύο μεγάλα πολεμικά νεκροταφεία : το «British and Commonwealth War Cemetery» στον όρμο της Σούδας και το Γερμανικό νεκροταφείο, «Deutsche Soldaten Friedhof» στο Μάλεμε.

Το Βρετανικό συμμαχικό νεκροταφείο βρίσκεται στη ΒΔ γωνία του κόλπου της Σούδας, στη θέση Βλητέ, 5 χλμ. ανατολικά των Χανίων, σε μια όμορφη περιοχή, δίπλα στη θάλασσα. Σε αυτό το νεκροταφείο έχουν ενταφιασθεί οι σύμμαχοι της Ελλάδας κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί) που σκοτώθηκαν, κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης, το Μάϊο του 1941.

Η Μάχη της Κρήτης θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Το πρωί της 20ης Μαΐου του 1941, το αεροδρόμιο του Μάλεμε έγινε ο κύριος στόχος των γερμανικών δυνάμεων και δέχτηκε ένα ισχυρό βομβαρδισμό. Αμέσως μετά, χιλιάδες Γερμανοί αλεξιπτωτιστές έπεσαν στο Μάλεμε, ενώ το απόγευμα της ίδιας ημέρας αλεξιπτωτιστές έπεσαν στο Ρέθυμνο και στο Ηράκλειο. Αποστολή τους ήταν η κατάληψη των τοπικών αεροδρομίων και λιμανιών. Οι δυνάμεις άμυνας στο νησί (σύμμαχοι, η πρώτη τάξη της Σχολής Ευελπίδων, μικρή ελληνική στρατιωτική δύναμη και ντόπιος πληθυσμός) αντιστάθηκαν σθεναρά απέναντι στον γερμανικό στρατό. Η Κρήτη αντιστάθηκε για εννέα ημέρες, καταλήφθηκε στις 29 Μαΐου του 1941. Τόσο οι συμμαχικές, όσο και οι γερμανικές δυνάμεις είχαν τεράστιες απώλειες.

H γη στην οποία τάφηκαν οι σύμμαχοι παραχωρήθηκε από την Ελλάδα και έγινε ο τελευταίος χώρος ανάπαυσης των νεκρών, τα λείψανα των οποίων συγκεντρώθηκαν από τέσσερα βασικά "Βρετανικά στρατιωτικά νεκροταφεία" που είχαν δημιουργηθεί από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, κατά τη διάρκεια του πολέμου. Υπάρχουν 1527 ταφές και οι περισσότερες από αυτές είναι Βρετανών, αλλά υπάρχουν και εκείνες Αυστραλών και Νεοζηλανδών. Εκτός από τους τάφους, υπάρχουν και μνημεία με τα ονόματα των ανδρών που γνωρίζουμε ότι ενταφιάσθηκαν σε ορισμένες ομάδες τάφων, αλλά των οποίων οι πραγματικοί τάφοι μέσα σε αυτές τις ομάδες δεν μπορούν συγκεκριμένα να ορισθούν. Τα μνημεία αυτά φέρουν τις επιγραφές "Θαμμένος κοντά σε αυτό το σημείο" και "Πιστεύεται ότι είναι". Το πρόβλημα αυτό δημιουργήθηκε γιατί οι γερμανικές δυνάμεις που είχαν αναλάβει το έργο της μεταφοράς των πτωμάτων από το πεδίο της μάχης στους τέσσερις χώρους ταφής που είχαν ορισθεί, συχνά έχαναν τις στρατιωτικές ταυτότητες των νεκρών.

Το νεκροταφείο συντηρείται από την Επιτροπή Πολεμικών νεκροταφείων. Υπάρχουν εκατοντάδες λευκές πλάκες στο έδαφος και ο χώρος μοιάζει με ένα τεράστιο κήπο γαλήνης. Κεντρικό σημείο του νεκροταφείου καταλαμβάνει-όπως και στα υπόλοιπα συμμαχικά νεκροταφεία της Ευρώπης-ο Σταυρός της Θυσίας.

Στο νεκροταφείο αυτό βρίσκεται και ο τάφος του J.Pendlebury (10Ε), ενός μεγάλου αρχαιολόγου, ο οποίος δούλευε για τη Βρετανική Αντικατασκοπεία και εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1941.

Υπάρχει, επίσης, ο τάφος ενός Γερμανού στρατιώτη, του Alfred Hamann. Τάφηκε στο νεκροταφείο της Σούδας, εξαιτίας ενός λάθους. Τα λείψανά του ανακαλύφθηκαν κοντά στο Μάλεμε το 1956, κατά τη διάρκεια οικοδομικών εργασιών στην περιοχή. Η στρατιωτική του ταυτότητα μετακινήθηκε από το σώμα του και τα λείψανα του τάφηκαν σε ένα κήπο στο Μάλεμε. Το 1960, τα λείψανά του βρέθηκαν ξανά από την υπηρεσία ανακομιδών της Volksbund. Το μόνο πράγμα που βρέθηκε επάνω του ήταν το ρολόι του, που ήταν κατασκευασμένο στην Αγγλία. Για το λόγο αυτό πίστεψαν ότι πρόκειται για Βρετανό στρατιώτη κι έτσι τα λείψανά του παραδόθηκαν στη Βρετανική Επιτροπή πολεμικών τάφων και μεταφέρθηκαν στο συμμαχικό νεκροταφείο της Σούδας. Πολύ αργότερα έγινε γνωστό ότι πρόκειται για το Γερμανό στρατιώτη Alfed Hamann, που γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου του 1918 στην περιοχή του Βερολίνου και πέθανε στις 20 Μαΐου του 1941,την πρώτη μέρα της Μάχης της Κρήτης. Έπειτα από συμφωνία, ανάμεσα στη Volksbund και στην επιτροπή της Κοινοπολιτείας, αποφασίστηκε να μην μεταφερθούν ξανά τα λείψανά του, αλλά να παραμείνει στη Σούδα.

Ένα συμμαχικό νεκροταφείο υπήρχε στο Ρέθυμνο, στην περιοχή των Μυσσιρίων, έως το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Το νεκροταφείο κατασκευάστηκε από τις γερμανικές δυνάμεις, κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης και της γερμανικής κατοχής. Ήταν ένας ορθογώνιος χώρος, στο πίσω μέρος του οποίου υπήρχε ένας λίθινος βωμός και στη μέση του χώρου ένας ξύλινος σταυρός, ύψους 3-4 μέτρων. Οι τάφοι (περίπου 100-150) ήταν διευθετημένοι δεξιά και αριστερά ενός διαδρόμου, που οδηγούσε από την είσοδο του νεκροταφείου στο βωμό. Μετά το τέλος του πολέμου, τα λείψανα των συμμάχων μεταφέρθηκαν στο νεκροταφείο της Σούδας. Σήμερα στο χώρο αυτό, λειτουργεί σχολείο.

Το Γερμανικό Πολεμικό Νεκροταφείο βρίσκεται σε λόφο, πίσω από το αεροδρόμιο του Μάλεμε (ύψωμα 107), εκεί όπου πολλοί Γερμανοί αλεξιπτωτιστές σκοτώθηκαν το Μάη του 1941, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στην Κρήτη. Περιλαμβάνει 4.465 ταφές. Εκτός από τους Γερμανούς που σκοτώθηκαν στο Μάλεμε, στο ίδιο νεκροταφείο μεταφέρθηκαν στη δεκαετία του 1970 τα λείψανα Γερμανών στρατιωτών που είχαν ταφεί σε άλλες θέσεις στην Κρήτη. Συγκεκριμένα στο Μάλεμε μεταφέρθηκαν τα λείψανα στρατιωτών που είχαν αρχικά ενταφιασθεί σε μαζικούς τάφους στο ΒΔ τομέα του αεροδρομίου Ηρακλείου, μπροστά στο εκκλησάκι του Γαλατά στα Χανιά και στο νεκροταφείο των Γερμανών αλεξιπτωτιστών που είχαν πέσει στο Ηράκλειο. Το νεκροταφείο αυτό βρισκόταν στην περιοχή Ατσαλένιο Ηρακλείου, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το γήπεδο ποδοσφαίρου της ομώνυμης ομάδας. Το νεκροταφείο στο Μάλεμε εγκαινιάστηκε επίσημα το 1974 από τον Γερμανό Gericke, ο οποίος ήταν ένας από τους αξιωματικούς, κατά τη διάρκεια της αρχικής φάσης της επίθεσης στην Κρήτη, στις 20 Μαΐου του 1941.

Το νεκροταφείο αποτελείται από απλές πλάκες, τοποθετημένες πάνω στο έδαφος, μία πλάκα για κάθε δύο άνδρες. Στα ενδιάμεσα διαστήματα υπάρχουν μικροί λίθινοι σταυροί. Πάνω στην πλάκα αναφέρεται το όνομα του στρατιώτη, ο βαθμός του και οι ημερομηνίες γεννήσεως και θανάτου. Στην πλειονότητα τους οι νεκροί δεν ξεπερνούσαν τα 18-25 χρόνια και οι περισσότεροι σκοτώθηκαν την πρώτη μέρα της επιθέσεως στο νησί.

Στο ίδιο νεκροταφείο έχει ενταφιασθεί ο Bruno Brauer, Διοικητής του Φρουρίου Κρήτης από το Σεπτέμβριο του 1942 έως τον Ιούνιο του 1944. Μετά το τέλος του πολέμου δικάστηκε από τις Ελληνικές Στρατιωτικές αρχές ως εγκληματίας πολέμου, κρίθηκε ένοχος για επτά κατηγορίες και καταδικάστηκε σε θάνατο. Εκτελέστηκε στις 20 Μαΐου του 1947 στην Αίγινα. Σεβόμενοι την τελευταία του επιθυμία, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο Μάλεμε και τάφηκαν εκεί.

Στο Μάλεμε λαμβάνουν χώρα δύο μεγάλες επετειακές εκδηλώσεις μνήμης. Η πρώτη λαμβάνει χώρα την τρίτη Κυριακή του Νοεμβρίου, οργανώνεται από τη Γερμανική πρεσβεία και είναι κάτι σαν λαϊκό μνημόσυνο. Η δεύτερη λαμβάνει χώρα στις 20 του Μάη-ημέρα επετείου της Μάχης της Κρήτης- και οργανώνεται από τους Βετεράνους Γερμανούς Αλεξιπτωτιστές. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την τέλεση ιδιωτικών μνημοσύνων.

Στην Κρήτη, υπάρχει, επίσης, το νεκροταφείο των Γερμανών αξιωματικών που έπεσαν στο Ρέθυμνο, στην περιοχή του Μασταμπά. Είναι οργανωμένο σε επίπεδα και οι τάφοι είναι απλές πλάκες πάνω στο έδαφος και μικροί σταυροί πάνω από αυτούς.

Έως το τέλος του πολέμου, στο Ρέθυμνο, στην περιοχή των Περιβολίων, υπήρχε άλλο ένα γερμανικό νεκροταφείο, πάνω στο κεντρικό δρόμο που οδηγούσε από το Ρέθυμνο στο Ηράκλειο. Ήταν ένας ορθογώνιος χώρος, με ένα διάδρομο που οδηγούσε από την ςείσοδο στο βωμό. Ο βωμός ήταν περίπου 2μ. ψηλός και επάνω του βρισκόταν ξύλινος σταυρός, ύψους 5-6 μ. Δεξιά κι αριστερά του διαδρόμου βρίσκονταν οι τάφοι των στρατιωτών. Υπήρχαν περίπου 350-400 τάφοι. Κάθε τάφος είχε ένα μικρό σταυρό με το όνομα του νεκρού και το κράνος του. Μετά τη λήξη του πολέμου, τα λείψανα των νεκρών μεταφέρθηκαν στο Μάλεμε.

Εκτός από τα πολεμικά νεκροταφεία, πολεμικά μνημεία μπορεί κανείς να βρει παντού στην Κρήτη. Φτιάχτηκαν στη μνήμη των αθώων θυμάτων των Γερμανικών βιαιοτήτων. Ένα τέτοιο μνημείο βρίσκεται στο Ρέθυμνο, στη θέση Άμμος, στα Μυσσίρια. Στη θέση αυτή, 110 Έλληνες εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς Το μνημείο ονομάζεται σήμερα "110 Μάρτυρες". Κατά τη διάρκεια της κατοχής, στο σημείο αυτό υπήρχαν οι τάφοι των εκτελεσθέντων, αλλά μετά το τέλος του πολέμου τα λείψανά τους μεταφέρθηκαν στο πολιτικό νεκροταφείο του Αγίου Γεωργίου στα Περιβόλια. Σήμερα, έχει τοποθετηθεί εκεί ένα άγαλμα της Ελευθερίας και επιγραφή με τα ονόματα των εκτελεσθέντων.

Άλλο τέτοιο μνημείο υπάρχει στην περιοχή Σφακάκι στο Ρέθυμνο, με τα ονόματα των Νεοζηλανδών στρατιωτών, που σκοτώθηκαν στη Μάχη της Κρήτης.

Ωστόσο, στο νησί υπάρχουν και ταφές παλαιότερες εκείνων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίες συνδέονται με τις τοπικές εξεγέρσεις των Κρητικών ενάντια στους Τούρκους. Στο Ρέθυμνο, στην οδό Κριάρη σώζεται έως σήμερα ένα μικρό τμήμα ενός πολωνικού νεκροταφείου, το οποίο περιλαμβάνει 18 τάφους Πολωνών στρατιωτών που σκοτώθηκαν για την ελευθερία της Κρήτης, στις επαναστάσεις εναντίον των Τούρκων, κατά την περίοδο 1897-1905.

Στις 25 Αυγούστου του 1898 στο Ηράκλειο έγινε μια μεγάλη σφαγή αθώων ανθρώπων από τους Τούρκους. Εκατοντάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν κι ανάμεσά τους 17 Βρετανοί στρατιώτες, που ενταφιάσθηκαν στο πολιτικό νεκροταφείο του Αγίου Κωνσταντίνου στο Ηράκλειο.

Στο νησί υπάρχουν ακόμη πολλοί τόποι μαρτυρίου, όπως για παράδειγμα το σπήλαιο του Μελιδονίου. Τον Ιανουάριο του 1824, 340 γυναικόπαιδα και 30 άνδρες κρύφτηκαν στο σπήλαιο για να σωθούν από τους Τούρκους. Οι Τούρκοι, όμως, άναψαν φωτιά στην είσοδο του σπηλαίου και οι Κρητικοί πέθαναν από ασφυξία. Τάφηκαν από τους συντοπίτες τους στο ίδιο σπήλαιο, όπου θυσιάστηκαν.

Ωστόσο, ίσως ο γνωστότερος τόπος μαρτυρίου της Κρήτης είναι η Μονή Αρκαδίου. Το 1896, Τούρκοι πολιορκούσαν τη Μονή. Οι μοναχοί συγκεντρώθηκαν στην πυριταποθήκη του μοναστηριού και όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στο μοναστήρι, οι μοναχοί έβαλαν φωτιά στο μπαρούτι και μια τεράστια έκρηξη σκότωσε μαζί μοναχούς και Τούρκους. Σήμερα, στη μονή υπάρχει ένα οστεοφυλάκειο με τα κρανία των μοναχών του Αρκαδίου. Στις 8 του Νοέμβρη μεγάλες εκδηλώσεις λαμβάνουν χώρα στο Αρκάδι, φόρος τιμής στη μεγάλη θυσία.


Γ. YENI MAHALLE, ΚΟΜΟΤΗΝΗ, ΒΟΡΕΙΑ ΕΛΛΑΔΑ (ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ)

Η ζωή και ο θάνατος στο Ισλάμ
Κατά το Ισλάμ ο άνθρωπος είναι μοναδικό πλάσμα. Ο Θεός είναι δημιουργός του και όλη η ζωή προέρχεται από τον Θεό. Γι` αυτό το λόγο η ζωή είναι ιερή και ο Νόμος του Θεού την προστατεύει. Σκοπός του ανθρώπου είναι να ευχαριστεί τον Δημιουργό του και να βρει τη γαλήνη μαζί Του τηρώντας του θεϊκούς νόμους.

Ο θάνατος (mawt) είναι κάτι το φυσικό για όλα τα πλάσματα του Θεού. Με εξαίρεση τον ίδιο τον Θεό που είναι αιώνιος και αθάνατος, τα πάντα στη φύση είναι φθαρτά. Ο Θεός, λοιπόν, προσφέρει τη ζωή και ο ίδιος την αφαιρεί. Ο ίδιος ο θάνατος δεν αποτελεί μια τιμωρία. Σαν ιδέα είναι ασύλληπτος. Μπορεί να νοηθεί ως ένα είδος εκπλήρωσης της ζωή του ανθρώπου όπου μπορεί κάποιος να λάβει την ευλογία του Θεού και να γίνει δεκτός στον Παράδεισο.

Ο θάνατος, λοιπόν, είναι η ηθική ώθηση στο Ισλάμ. Η σκέψη για το θάνατο βοηθά τον άνθρωπο να εστιάσει την προσοχή στο ηθικό μια και το αγαθό πάει στον παράδεισο και το κακό στην κόλαση. Ο θάνατος είναι μια πύλη στη ζωή και η συνεχής σκέψη του βοηθά τον άνθρωπο να καταλάβει τι σημαίνει να κάνεις το καλό ή το κακό.

Τελετουργικά
Την ώρα που πεθαίνει κάποιος όποιος βρίσκεται δίπλα του υπενθυμίζει, ψιθυρίζοντας στο αυτί τη βασική αρχή του Ισλάμ (Shahadah). Πιο συγκεκριμένα του λέει την εξής φράση: «Δεν υπάρχει άλλος από τον Αλλάχ και Μωάμεθ είναι ο Προφήτης και ο Αγγελιοφόρος Του». Πρόκειται για τη φράση που πρώτη ακούει ένας μουσουλμάνος όταν γεννιέται και τελευταία όταν πεθαίνει.

Η σωρός του νεκρού τοποθετείται σε ένα φέρετρο με το κεφάλι του προς την κατεύθυνση της Μέκκας. Όσοι είναι παρόντες προσεύχονται στο Θεό το «πέρασμα» του θανόντος να είναι εύκολο και χωρίς πόνο. Κλείνουν τα μάτια του νεκρού, το στόμα του, τοποθετούν τα χέρια του ίσια στα πλευρά του, ευθυγραμμίζουν τα πόδια του, καλύπτουν το σώμα με υφασμάτινο πανί. Ακόμη, διαβάζουν αποσπάσματα από το Κοράνι και φωτίζουν το χώρο που βρίσκεται η σωρός. Αποφεύγεται να μένει μόνος του ο νεκρός στο δωμάτιο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν ειδικά γραφεία τελετών αλλά για όλα φροντίζουν οι συγγενείς του εκλιπόντος. Οι ίδιοι προετοιμάζουν το σώμα του νεκρού για τον ενταφιασμό και είναι για αυτούς μια ευκαιρία να θυμηθούν τη σύντομη ύπαρξή τους στη γη. Πριν ξεκινήσει το τελετουργικό οι συγγενείς αφαιρούν τα ρούχα του νεκρού και τυχόν ακαθαρσίες από πάνω του (π.χ. αίμα). Η πλύση του σώματος (Ghusl) γίνεται με προσοχή και σεβασμό. Γενικά, οι άντρες πρέπει να λούζουν άντρες και γυναίκες πρέπει να λούζουν γυναίκες. Όταν αυτό δεν είναι εφικτό μπορεί να το κάνει και άτομο του αντιθέτου φύλου. Συνήθως η πλύση γίνεται από τους πιο κοντινούς συγγενείς. Πλένουν το σώμα τρεις ή πέντε φορές (πάντως μονός αριθμός) με νερό και ίσως με καμφορά και μυρωδικά ξεκινώντας είτε από τη δεξιά πλευρά είτε από το κεφάλι. Έπειτα τυλίγουν το σώμα συνήθως με βαμβακερά κομμάτια υφάσματος. Τρία κομμάτια ύφασμα (kafan) για τους άντρες και πέντε για τις γυναίκες. Η ταφή γίνεται γρήγορα, πριν νυχτώσει. Διαφορετικά πραγματοποιείται την επόμενη μέρα. Η νεκρική πομπή ξεκινά από το σπίτι προς το νεκροταφείο με προαιρετική στάση στο τζαμί. Θεωρείται τιμή κάποιος να βοηθήσει στη μεταφορά του νεκρού. Γενικά οι γυναίκες δεν επιτρέπεται να ακολουθήσουν τη νεκρική πομπή. Φωνές και κλάματα γενικά δεν επιτρέπονται. Στο νεκροταφείο οι γυναίκες μπορούν να εισέλθουν κάτι όμως που δε συνηθίζεται σε άλλες περιοχές.

Το βάθος του τάφου είναι περίπου στο ύψος της μέσης αν είναι άντρας και στο ύψος του στήθους αν είναι γυναίκα. Το σώμα έχει προσανατολισμό προς τη Μέκκα και τοποθετείται σε πλάγια θέση προς τη δεξιά πλευρά. Με παρουσία του Ιμάμη λέγεται τέσσερις φορές ή φράση: «Ο Θεός είναι μεγάλος». Μετά την πρώτη προσφώνηση της φράσης απαγγέλλεται το εισαγωγικό κεφάλαιο του Κορανίου. Τη δεύτερη προσφώνηση της φράσης ακολουθεί απαγγελία ύμνων για τον Προφήτη. Την τρίτη φορά έχουμε ικεσία - προσευχή για το νεκρό ενώ την τελευταία αναγγελία της φράσης ακολουθεί ικεσία - προσευχή για του παρευρισκόμενους στη νεκρώσιμη τελετή. Άλλη προσευχή λέγεται αν ο ενταφιαζόμενος είναι άντρας και άλλη αν είναι γυναίκα. Σε όλη τη διάρκεια της προσευχής ενταφιασμού (Janaazah) οι παρευρισκόμενοι είναι όρθιοι χωρίς να κάνουν υποκλίσεις (R`uku) ή να προσκυνούν (Sujjood) ενώ ο νεκρός είναι τοποθετημένος οριζόντια ανάμεσα στον ιμάμη και στην κατεύθυνση της προσευχής (Ka`bah). Η τελετή τελειώνει με επίκληση για ειρήνη στον Προφήτη, στο σπίτι του και σε όλους τους πιστούς. Η επίκληση γίνεται δύο φορές. Στις περιπτώσεις που ο ενταφιαζόμενος είναι άθεος ή αυτοκτόνησε δε λέγεται καμιά προσευχή.

Αμέσως μετά ακολουθεί ο ενταφιασμός. Μονός αριθμός συγγενών τοποθετούν το σώμα μέσα στον τάφο και χαλαρώνουν τα υφάσματα, στρέφουν το πρόσωπο προς την Μέκκα και ψιθυρίζοντας για τελευταία φορά στο αυτί: «Δεν υπάρχει άλλος από τον Αλλάχ και Μωάμεθ είναι ο Προφήτης και ο Αγγελιοφόρος Του». Σκεπάζουν τον τάφο με χώμα. Οι παρευρισκόμενοι ρίχνουν τρεις χούφτες χώμα ο καθένας στον τάφο λέγοντας τρεις ξεχωριστές προσευχές για τον θανόντα και την άφεση των αμαρτιών του.

Κοιμητήριο
Το νεκροταφείο που καταγράφηκε και αποτυπώθηκε στα πλαίσια του προγράμματος είναι αυτό του Γενί Μαχαλά ( Yeni Mahalle: Νέα Γειτονιά) στην πόλη της Κομοτηνής. Ο χώρος του νεκροταφείου βρίσκεται στη βόρεια άκρη της πόλης. Χωρίζεται ουσιαστικά σε τρία τμήματα. Υπάρχει ένας μικρός χώρος στην είσοδο όπου βρίσκεται και ένα πολύ μικρό οίκημα ως αποθηκευτικός χώρος. Έπειτα υπάρχει το κυρίως νεκροταφείο με τους τάφους ενώ το τρίτο τμήμα είναι η προέκταση του νεκροταφείου σε περίπτωση που δεν υπάρχει άλλος χώρος για νέους τάφους.

Η έκταση του νεκροταφείου είναι βακούφικη (vakf) δηλαδή θρησκευτική περιουσία και υπάγεται στη Διαχειριστική Επιτροπή Μουσουλμανικής Περιουσίας Κομοτηνής. Για τον συγκεκριμένο χώρο υπάρχει ένας υπεύθυνος φροντίζει για το άνοιγμα και το κλείδωμα του χώρου καθώς και σκάψιμο του τάφου. Ο οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος που θέλει να θαφτεί στο συγκεκριμένο νεκροταφείο αγοράζει τον απαιτούμενο χώρο. Τα έσοδα από αυτές τις αγορές χρησιμοποιούνται τόσο για τη συντήρηση του νεκροταφείου όσο και την αγορά διπλανών χώρων στην προοπτική επέκτασης του. Όπως προαναφέρθηκε ειδικά γραφεία τελετών που να οργανώνουν τις κηδείες ή κάποιες τυχόν εκδηλώσεις που σχετίζονται με αυτές δεν υπάρχουν.

Ο χώρος που βρίσκεται το νεκροταφείο του Γενί Μαχαλά είναι δωρεά και ο τάφος του δωρητή βρίσκεται σε ξεχωριστή θέση από τους υπόλοιπους τάφους. Χωροταξικός σχεδιασμός του νεκροταφείου δεν υπάρχει. Οι τάφοι έχουν προσανατολισμό προς τη Μέκκα. Στο χώρο του νεκροταφείου υπάρχουν φυτεμένα διάφορα δέντρα ενώ τα περισσότερα είναι κυπαρίσσια.


Τάφοι
Ο τύπος του τάφου που συναντάμε σε συντριπτική πλειοψηφία είναι ο εξής: Μετά τη ταφή του νεκρού και αφού ριχτεί νερό εθιμοτυπικά και αφεθούν λουλούδια στην κορυφή του χώματος που το σκεπάζει στο ύψος του κεφαλιού και των άκρων των ποδιών τοποθετούνται πασαλάκια δηλώνοντας τα όρια του. Στη θέση των μικρών πασάλων εκ των υστέρων τοποθετούνται δύο πλάκες. Αυτές μπορεί να είναι μαρμάρινες, τσιμεντένιες ή και απλές πέτρες αναλόγως με την οικονομική κατάσταση της οικογενείας του νεκρού.

Ένα άλλο τύπο τάφου που συναντάμε πολύ πιο σπάνια είναι ο εξής: ο τάφος να περιφράσσεται ολόγυρα με μάρμαρο ή με τσιμέντο έχοντας ένα ορθογώνιο σχήμα και οι πλάκες να τοποθετούνται κανονικά στο κεφάλι και στα πόδια. Μερικές φορές πάνω στον τάφο είναι φυτεμένα λουλούδια ή ακόμη και δέντρα.

Οι πλάκες ξεκινούν με τη φράση «Huvelbaki» ή τη φράση «Allah Bakidir» που σημαίνει ότι «Ο Θεός είναι αιώνιος». Στη συνέχεια αναφέρουν, συνήθως κάποιες ευχές, προσευχές ή μιλούν για τη ματαιότητα της ζωής και στο τέλος αναφέρουν τα στοιχεία του θαμμένου. Σε πολλές περιπτώσεις η μια πλάκα είναι γραμμένη στη σύγχρονη τουρκική γλώσσα και η άλλη πλάκα αναφέρει ακριβώς τα ίδια στοιχεία στην αραβική γραφή. Υπάρχουν και περιπτώσεις που οι πλάκες είναι γραμμένες μόνο με την αραβική γραφή.

Ο ενταφιασμός των νεκρών στο χώρο ξεκίνησε από το βάθος του νεκροταφείου (Βορειοανατολική πλευρά) και συνεχίστηκε πάντα με κατεύθυνση προς τη Μέκκα (δηλαδή προς τη Νοτιοδυτική πλευρά).


Καταγραφή τάφων
Η καταγραφή αφορά τους τάφους που δημιουργήθηκαν μέχρι τις 15 Ιουλίου 2004. Τα πεδία που δημιουργήθηκαν σύμφωνα με τις καταγεγραμμένες πληροφορίες αφορούν τα στοιχεία προσδιορισμού της ταυτότητας του θαμμένου, την αιτία θανάτου, το επάγγελμα, τον τόπο διαμονής, τον τόπο καταγωγής, την ημερομηνία θανάτου, την ηλικία, την ημερομηνία γέννησης. The Turkish words (for example name, location) are registered as they are written but with the English alphabet. Οι τουρκικές λέξεις (π.χ. όνομα, επάγγελμα) καταγράφηκαν όπως είναι γραμμένες αλλά με το αγγλικό αλφάβητο.

Ως προς το πρώτο πεδίο σχετικά με την ταυτότητα του νεκρού αναφέρονται όλα τα στοιχεία που προσδιορίζουν το συγκεκριμένο άτομο όπως ακριβώς είναι γραμμένα στην ταφόπλακα. Έτσι, μπορεί κανείς να διαβάσει σε αυτό το πεδίο το όνομα του νεκρού, το πατρώνυμο, την καταγωγή του (αναφέρεται και σε ξεχωριστό πεδίο), το επάγγελμα του ακόμη και κάποιο παρατσούκλι που είχε. Στους γυναικείους τάφους αναφέρεται το όνομα της καθώς και το όνομα, πατρώνυμο, το επίθετο ακόμη και το επάγγελμα ή και η καταγωγή του συζύγου της. Άλλες φορές αναφέρεται δίπλα στο γυναικείο όνομα το όνομα, το επίθετο, το πατρώνυμο, το επάγγελμα, η καταγωγή του πατέρα της. Δεν λείπουν οι περιπτώσεις που αναφέρονται τα στοιχεία τόσο του πατέρα όσο και του συζύγου. Μερικές φορές δίπλα το γυναικείο όνομα αναφέρονται όλες οι παραπάνω πληροφορίες για τα παιδιά της γυναίκας ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που δίπλα στο γυναικείο όνομα αναφέρονται ως πληροφορίες προσδιορισμού της τα στοιχεία του γαμπρού της. Πολλές φορές, ειδικά σε μεγάλους ηλικιακά νεκρούς, το επάγγελμα ή η καταγωγή μπορεί ταυτόχρονα να αποτελεί και το επίθετο τους. Έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω διατηρήθηκαν στην καταγραφή αυτούσια όλα αυτά τα στοιχεία προσδιορισμού της ταυτότητας του θαμμένου δίνοντας ταυτόχρονα και μια ενδιαφέρουσα εικόνα της ιδιαιτερότητας που υπάρχει σε σχέση με τα χριστιανικά νεκροταφεία της πόλης. Τα πεδία, λοιπόν, της καταγωγής και του επαγγέλματος συμπληρώνονται όταν αφορούν άμεσα το θαμμένο πρόσωπο.

Οι τάφοι χαρακτηρίζονται ως «άγνωστοι» όταν δεν έχουν καθόλου ταφόπλακες, όταν τα γράμματα πάνω στις ταφόπλακες έχουν φθαρεί, όταν οι ταφόπλακες έχουν καταστραφεί τελείως και όταν αντί για πλάκες υπάρχουν απλές πέτρες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Agelarakis, Kanta, Moody 2000: Agelarakis A., Kanta A., Moody J., Cremation Burial in LM IIIC - Sub Minoan Crete and the Cemetery at Pezoulos Atsipades, Crete.

Aλεξίου 1967: Aλεξίου Στυλ, « Αρχαιότητες και μνημεία Κεντρικής και Ανατολικής Κρήτης», ΑΔ 22 (Β11, Χρονικά) , 480-488

Blackman 1999-2000: Blackman D. J. «Archaeology in Greece 1999-2000», AR 139-140

Boardman 1971: Kurtz, D. C. and Boardman J., Greek Burial Customs, Llondon.

Branigan (ed.) 1998: Branigan K.(ed.) Cemetery and Society in the Aegean Bronze Age, Sheffield Academic Press

Brock 1957: Brock J.K., Fortestsa,

Burkert 1985: Burkert W., Greek Religion, Berkeley

Cavanagh and Mee 1998: Cavanagh W. and Mee Chr., «A Private Place: Death in Prehistoric Greece», Studies in Mditerranean Archaeology, vol. CXXV.

Christou 1998: Christou D., «Cremations in the Western Necropolis of Amathous» in Karageorghis V., Stampolidis N. (eds), Eastern Mediterranean. Cyprus, Dodecanese, Crete 16th -6th c. BC., Proceedings of the International Symposium in Rethymnon 1997, Athens, 207-216.

Coldstream 2003: Coldstream J.N., Geometric Greece. 900-700BC, Rutledge

Daux 1960: Daux G., « Chronique des fouilles et decouvertes archaeologiques en Grece en 1959 », BCH 84, 819-21

Davaras 1973: Davaras Κ., «Cremations in Minoan and Subminoan Crete», Antichita Cretesi, Studi in onore di Doro Levi, Catania, I, 158-167.

Dennis 2001: Dennis G. T., «Death in Byzantium», DOP 55, 1-7

Desborough 1995: Desborough V.R., Oι Ελληνικοί Σκοτεινοί Αιώνες, (μετ. Κόντη), ΑθήναDoumas 1977: Doumas Christos, «Early Bronze Age Burial Habits in the Cyclades», Studies in Mditerranean Archaeology, vol. XLVIII

Evans 1906: Evans A., «The Prehistoric Tombs of Knossos, London

Fedwick 1976: Fedwick P. J., «Death and dying in Byzantine liturgical traditions», Eastern Churches Review 8, 157-161

Forsdyke 1926-7: Forsdyke E.J., «The Mavro Spilio cemetery at Knossos», BSA 28, 243-296

Garfield 1990: Garfield J., The Fallen: a photographic journey through the war cemeteries and memorials of the Great War 1914-18, London

Gerola 1932: Gerola G., Monumenti Veneti nell' isola de Creta, vol. IV, Venezia, μετάφραση Σπανάκης Στ., Βενετικά Μνημεία της Κρήτης (Εκκλησίες), εκδοτική φροντίδα "Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη", Κρήτη 1993

Hacioglu 1992: Hacioglu A., Imamet Rehberi, Κομοτηνή

Hale 1949: Hale J. E., The pastor of burial. A historical synopsis and a commentary, Washington

Hall 1914: Hall E. H., Excavations in Eastern Crete Vrokastro, The Museum of Anthropological Publications, 3, Pennsylvania.

Hallager, McGeorge 1992: Hallager B.R., McGeorge J.P., «Late Minoan III Burials at Chania. The tombs, finds and deceased in odos Palama», SIMA XCIII, Goteborg

Hood 1958-9: Hood S., « A Minoan Shaft-Grave on the slopes opposite the Temple Tomb», BSA 53-54, 281-2

Hood 1958-9: Hood S., «A Minoan Shaft-Grave in the bank with Hogarth΄s Tombs», BSA 53-54, 283-4

Kilavuz, Koten, Cetin, Algul 1988: Kilavuz A. S., Koten A., Cetin O., Algul H., Din kulturu ve ahlak bilgisi, Constantinople (Milli Egitim)

Kurtz, Boardman 1971: Kurtz D., Boardman J., Greek Burial Customs, London.

Kyriakakis 1974: Kyriakakis J., «Byzantine burial customs: Care of the deceased from death to the prothesis», The Greek Orthodox Theological Review 19, 37-72

Lemos 2002: Lemos I., The Protogeometric Aegean. The Archaeology of the Late Eleventh and Tenth Centuries BC, Oxford

Melas 1984: Melas M., «The origins of Aegean cremations», Ανθρωπολογικά 5, 21-34.

Muhly 1992: Muhly J.D.: Μινωικός Λαξευτός τάφος στον Πόρο Ηρακλείου, Αθήνα

Ozcan 1987: Ozcan Μ., Din gorevlisinin el kitabi, Constantinople

Papadakis 1986: Papadakis N., «Excavations, Mochlos: agros M. Katapoti», ΑΔ 41, 227-228.

Pelon 1976: Pelon O., Tholoi, tumuli et cercles funeraires, Paris.

Petrakakos 1905: Petrakakos D., «Die Toten im Recht nach der Lehre und den Normen des orthodoxen morgenlandischen Kirchenrechts und der Gesetzgebung Griechenlands», Leipzig

Popham et. al 1974: Popham et al., «Sellopoulo tombs 3 and 4, two Late Minoan graves near Knossos», BSA 69, 195-257.

Rohde 1966: Rohde E., Psyche: The Cult of Souls and Belief in Immortality Among the Greeks, New York.

Rush 1941: Rush A., Death and Burial in Christian antiquity, Washington

Rutherford 1975: Rutherford R., Psalm 113 (114-115) and Christian burial, Berlin

Rutherford 1980: Rutherford R., The Death of a Christian. The rite of funerals, New York

Sakellarakis 1972: Sakellarakis I, «Mycenean Tafikos Perivolos in Crete» AAA 5, 399-415

Savignoni 1904: Savignoni: ‘Scavi e scoperte nella Necropoli di Phaestos΄, Monumenti antichi XIV, COL. 501-566

Seager 1910: Seager R., Explorations in the island of Pseira, Crete, Philadelphia

Seager 1912: Seager R., Exploration in the island of Mochlos, Boston

Seager 1916: Seager R., The cemetery of Pachyammos, Crete, University of Pensylvania

Soles 1979: Soles J., «The Early Gournia Town», AJA 83, 149-167

Soles 1992: Soles J., The Prepalatial cemeteries at Mochlos and Gournia and the House Tombs of Bronze Age Crete, Hesperia 24 (suppl.), Princeton

Tsipopoulou 1989: Tsipopoulou M., Archaeological survey at Aghia Photia, Siteia, SIMA, Pocketbook 76, Sweden.

Van Effentere 1948: Van Effenterre H., « Mirabello, Necropoles» Etudes Cretoises, VIII, Ecole Francaise D΄ Athenes

Van Effentere 1963: Van Effenterre H., Fouilles executees a Mallia, Etude du site et exploration de necropoles, Paris
Warren και Hankey 1989: Warren P., Hankey V., Aegean Bronze Age Chronology, Bristol.

Watrous 1982: Watrous L.V., «Lasithi, a history of settlement on a highland plain in Crete», Hesperia18 (Supplement), Princeton
Xanthoudides 1914: Xanthoudides St., The Vaulted tombs of Mesara, London

Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη 1972: Αγγελομάτη Τσουγκαράκη Ε., Μητρώον Α΄ Νεκροταφείου Αθηνών, Αθήνα

Βλαζάκη 1992: Βλαζάκη Μ., «Αρχαιότητες και μνημεία Δυτικής Κρήτης. Ανασκαφικές Εργασίες», ΑΔ 47, 571-5

Βοκοτοπούλου 1986: Βοκοτοπούλου Ι., Βίτσα: τα νεκροταφεία μιας μολοσσικής κώμης, Αθήνα

Βολανάκης 1987: Βολανάκης Ι., «Τα παλαιοχριστιανικά μνημεία της Κρήτης», Κρητικά Χρονικά, τ. ΚΖ, 235-261

Γεωργίου Β: Γεωργίου Β., Ιστορία της Αντίστασης 1940-45, τ. 3, σ. 1260, 1277

Γεωργούλης: Γεωργούλης Κ. Δ., «Νεκροί (Θρησκειολογία)», Θ.Η.Ε. 9, Αθήνα, 377-383

Γιαπιτζόγλου 2000: Γιαπιτζόγλου Κ., «Ταφικά μνημεία στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, Τα αρκοσόλια», Γ' Συνάντηση Βυζαντινολόγων Ελλάδος και Κύπρου (περιλήψεις), 111 - 112, Ρέθυμνο

Δαβάρας 1964: Δαβάρας Κ., «Αρχαιότητες και Μνημεία Ανατολικής Κρήτης», ΑΔ 19 (Χρονικά), 441-6

Δαβάρας 1971: Δαβάρας, K., «ΠΜ Νεκροταφείο Αγίας Φωτιάς Σητείας», AAA 4, 392-97.

Διαμαντής 2002: Διαμαντής Ν., «Επιγραφές από το παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο της Κισάμου», ΑΔ 53, Α΄ Μελέται, 313- 330

Εμμανουηλίδης 1989: Εμμανουηλίδης Ν., Το δίκαιο της ταφής στο Βυζάντιο, Αθήνα

Θεμέλης 2000: Θεμέλης Π., Πρωτοβυζανινή Ελεύθερνα, τομέας Ι, Ρέθυμνο

Θεοδωράκης 1961: Θεοδωράκης Γ., «Η Μάχη του Γαλατά», Κρητική Εστία, τ. 9, σ. 456

Θεοδωράκης 1965: Θεοδωράκης Γ., «Τα αποκαλυπτήρια του ηρώου του Γαλατά» Κρητική Εστία, τ. 13, σ. 401

Θεοδώρου 1982: Θεοδώρου Ε., «Λατρευτικές εκδηλώσεις υπέρ των κεκοιμημένων» στις «Αποστολικές Διαταγές», Ο Εφημέριος 31, 259

Ιερά Μητρόπολις Δράμας 2001: Ιερά Μητρόπολις Δράμας, Νεκρώσιμα Τελετουργικά, Εισηγήσεις-Πορίσματα Ιερατικού Συνεδρίου της Ιεράς Μητρόπολης Δράμας, Δράμα

Ιερόθεος 2000, Ιερόθεος, «Η θεολογική άποψη και οι εκκλησιολογικές συνέπειες της καύσεως των νεκρών», Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3, Αθήνα, 30-40

Καλλίνικος 1914: Καλλίνικος Κ., «Η φροντίς των νεκρών εν τω Χριστιανισμώ», Εκκλησιαστικός Κήρυξ 4, 200-205, 240-245, 280-285, 358-363, 395-399, 491-496

Καλοκύρης 1958: Καλοκύρης Κ., «Ολοκλήρωση της ανασκαφής της βυζαντινής βασιλικής Βυζαρίου Κρήτης», ΠΑΕ, 243-251

Καρπάθιος 2000: Καρπάθιος Στ., Η καύση των νεκρών. Αναφορά στην ψυχολογία του φαινομένου, Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3, Αθήνα, 87-98

Κεραμόπουλλος 1926: Κεραμοπούλλου Α., «Παλαιαί Χριστιανικαί και Βυζαντιναί ταφαί εν Θήβαις», ΑΔ 10, 124-136

Κονιδάρης 1984: Κονιδάρης, Νομική Θεώρηση των μοναστηριακών τυπικών, Αθήνα

Κονιδάρης 1999: Κουκιάρη Σ., «Η εικόνιση της ταφής των Αρχιερέων καθιστών», Κληρονομιά 31, 113 - 126

Κουκουλές 1939: Κουκουλές Φ., «Τα κατά την ταφήν των βυζαντινών βασιλέων», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών ΙΕ, Αθήναι, 52-78

Κουκουλές 1940: Κουκουλές Φ., «Βυζαντινών νεκρικά έθιμα», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τ. ΙΣ, Αθήναι, 3-80

Κουκουλές 1940: Κουκουλές Φ., «Συμβολή εις την Κρητικήν λαογραφίαν επί Βενετοκρατίας», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, τ. Γ, Αθήναι, 25-34

Κουκουλές 1951: Κουκουλές Φ., Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. Δ, Εν Αθήναις

Λιουδάκη 1939: Λιουδάκη Μ., «Η τελευτή στην Κρήτη», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών Β, Αθήναι, 403-427

Λουκάτος 1940: Λουκάτου Δ., «Λαογραφικαί περί τελευτής ενδείξεις παρά Ιωάννη τω Χρυσοστόμω», Επετηρίς Λαογραφικού Αρχείου 2, 30-117

Μorris 1997: Morris I., Ταφικά Τελετουργικά έθιμα και κοινωνική δομή στην κλασική αρχαιότητα, Ηράκλειο

Μακρής 1989: Μακρής Ευ., «Ανίχνευση παλιότερων επιδράσεων στην παλαιοχριστιανική ταφική αρχιτεκτονική και τη νεκρική λατρεία», Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συμποσίου, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα, 89-104

Μακρής: Μακρής Σπ., «Νεκρώσιμος Ακολουθία. Κηδεία», Θ.Η.Ε. 9, Αθήνα, 383-385

Μακρής: Μακρής Σπ., «Το ζήτημα της καύσεως των νεκρών», Θ.Η.Ε. 9, Αθήνα, 385-386

Μαντζαρίδου 2000: Μαντζαρίδου Γ., «Η καύση των νεκρών από την άποψη της χριστιανικής ανθρωπολογίας και ηθικής», Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη, 3, Αθήνα, 100-107

Μαρή, Κυρίμη 2000: Μαρή Μ., Κυρίμη Μ., «Το νεκροταφείο του Ι. Ν. Αγίων Δέκα στο ομώνυμο χωριό της επαρχίας Καινουρίου (Ηρακλείου Κρήτης)», Γ' Συνάντηση Βυζαντινολόγων Ελλάδος και Κύπρου (περιλήψεις), Ρέθυμνο, 133-135

Μαρίνος 2000: Μαρίνος Α. Η καύση των νεκρών και το σύνταγμα, Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3, Αθήνα, 42-47

Ματθαιάκης 1973: Ματθαιάκης Τ., Το έργον της Εκκλησίας εις τα κοιμητήρια, Αθήνα

Μαυράκης 1995: Μαυράκης Aλκ., Περιβόλια Ρεθύμνου. Το Συναξάρι του τόπου, Ρέθυμνο, σ.82-84

Μικρόν Ευχολόγιον ή Αγιασματάριον 1999, «Ακολουθία Νεκρώσιμος», ΑΔΕΕ, Αθήνα, 231-267

Μπεκατώρος: Μπεκατώρος Γ. Γ., «Μνημόσυνον (Τάξις Λατρείας)», Θ.Η.Ε. 8, Αθήνα, 1229-1230

Μπλέτσα-Κλάδου 1978: Μπλέτσα-Κλάδου Α., Τα Χανιά έξω από τα τείχη, Χανιά 1978

Μπουρνέλης 2002: Μπουρνέλης Α.Ν., Πατέρων λόγος, Ιερά Μνημόσυνα, Ηράκλειο

Οικονομίδης: Οικονομίδης Δ. Β., ««Μνημόσυνον (Λαογραφία)», Θ.Η.Ε. 8, Αθήνα, 1230-1233

Παζαράς 1988: Παζαράς Θ., Ανάγλυφες σαρκοφάγοι και επιτάφιες πλάκες της μέσης και ύστερης Βυζαντινής περιόδου στην Ελλάδα, Αθήνα

Πάλλας 1937: Πάλλας Δ., «Οι χριστιανικοί καμαρωτοί τάφοι (Καταγωγοί και λατρευτικαί ιδέαι)», ΑΕ , 847-865

Πάλλας 1950-1951: Πάλλας Δ., «Σαλαμινιακά», ΑΕ, 163-181

Παναγοπούλου: Παναγοπούλου Δ., Ίνα μη αδικώμεν τους νεκρούς μας, εκδ. Ε΄, Αθήνα

Παπαδάκης 1986: Παπαδάκης N.: «Ανασκαφικές Εργασίες, Μόχλος. Αγρός Εμμ. Καταπόδη», ΑΔ 41, 227-8.

Παπαδάκης 2002: Παπαδάκη Γ., Βιάννος, Διαχρονική Πορεία από τα βάθη των αιώνων μέχρι σήμερα, Αθήνα

Παπαλεξίου 2004: Πανοσιολογιώτατος Αρχιμ. Κ. Παπαλεξίου Παύλος, Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα

Πολίτης 1921: Πολίτη Ν., «Το έθιμον της θραύσεως των αγγείων κατά την κηδείαν», Λαογραφικά Σύμμεικτα Β, εν Αθήναις, 273 - 275
Πολίτης 1931: Πολίτη Ν., «Τα κατά την τελευτήν», Λαογραφικά Σύμμεικτα Γ, εν Αθήναις, 111-113

Προβατάκης 1990: Προβατάκης Θ., Κρήτη: Λαϊκή Τέχνη και Ζωή, Αθήνα

Πρωτόδικος 1860: Πρωτόδικος Ι., Περί της παρ΄ ημίν ταφής μετά σημειώσεων και παραβολών προς την ταφήν των αρχαίων, Αθήναι

Σακελλαράκης 1972: Σακελλαράκης, Γ., 1972: «Μυκηναικός ταφικός περίβολος εις Κρήτην», ΑΑΑ 5, 399-415

Σπανάκης 1984: Στ. Σπανάκης, Η Κρήτη, Ηράκλειο, 1984, p. 264

Σπυριδάκης 1950: Σπυριδάκη Γ. Κ., «Τα κατά την τελευτήν έθιμα των Βυζαντινών εκ των αγιολογικών πηγών», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τ. Κ, Αθήναι, 75-171

Συλλιγαρδάκης 1981: Συλλιγαρδάκης Τ., Ποιμαντορικόν Εγκόλπιον, Ρέθυμνο

Συμεών Θεσσαλονίκης: Συμεών Θεσσαλονίκης, «Περί του τέλους ημών και της ιεράς τάξεως της κηδείας και των κατ΄ έθος υπέρ μνήμης γινομένων», P. G. 155, 669-696

Τραυλός 1993: Τραυλός Ι., Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, Αθήνα

Τreuil, Darcque 1996: Treuil R., Darcque P., Οι πολιτισμοί του Αιγαίου κατά τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού, Αθήνα

Τζεδάκης 1971: Τζεδάκης Γ., «Ανασκαφή Αρμένων», ΑΔ 26, 513-6

Τζέρπου 2000: Τζέρπου Δ. Β., Η ακολουθία του Νεκρώσιμου Ευχελαίου κατά τα χειρόγραφα ευχολόγια του 14ου - 16ου αι. Συμβολή στην ιστορία και τη θεολογία της χριστιανικής λατρείας, Αθήνα

Τίγκας 1993: Τίγκα Αν., Η ταφή των νεκρών, Αθήναι

Τρούλης 2000: Τρούλης Μ., Ιερά Μητρόπολις Ρεθύμνου και Αυλοποτάμου: ιστορία-μνημεία-θησαυροί, Ρέθυμνο

Τσιμαγένης: Τσιμαγένης Ι., «Αι ημέραι των νεκρών» Θ.Η.Ε. 9, Αθήνα, 386-388

Φάρος 1981: Φάρου Φ., Το πένθος. Ορθόδοξη, λαογραφική και ψυχολογική θεώρηση του πένθους, Αθήνα

Φουντούλης 1994: Φουντούλης Ι. Μ., Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας, τ.Β΄, Αθήνα ,151-300

Φουντούλης: Φουντούλης Ι. Μ., «Μνημόσυνον», Θ.Η.Ε. 8, Αθήνα, 1226-1229

Φραγκούλη 1995 : Φραγκούλη Α., «Το θέμα του τόπου ενταφιασμού του Γεώργιου Χορτάτζη», Πεπραγμένα Ζ΄ Κρητολογικού Συνεδρίου, τ. Β2, Ρέθυμνο, 729 - 742

Φρέρης 1993: Φρέρης Β., Τα ιστορικά μοναστήρια της Κρήτης: Αρσανίου, Αρκαδίου, Ασωμάτων, Πρεβέζης, Οδηγήτριας, Αθήνα

Φυτράκη 1955: Φυτράκη Α., Λείψανα και τάφοι μαρτύρων κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, Αθήναι
Φωτεινού, Επιτροπάκης, Κυρίμη 2000: Φωτεινού Α., Επιτροπάκης Π., Κυρίμη Μ., «Ενεπίγραφες κεραμίδες από το νεκροταφείο του Ι. Ν. Αγίου Ιωάννη στο Ρουκάνι Τεμένους Ηρακλείου», Γ' Συνάντηση Βυζαντινολόγων Ελλάδος και Κύπρου (περιλήψεις), Ρέθυμνο, 155-157

Χατζή-Βαλιάνου 1989: Χατζή-Βαλιάνου Δ. Φαιστός, Αθήνα

Χατζηνικολάου 1999: Χατζηνικολάου Ν., «Το σήμερα, το χθες και το για πάντα της ταφής και της καύσεως των νεκρών. Ταφή ή καύση των νεκρών», Ομιλίες στην ημερίδα με θέμα «Η καύση των νεκρών», Αθήνα

Χατζηνικολάου 2000: Χατζηνικολάου Ν., Το σήμερα, το χθες και το για πάντα της ταφής και της καύσεως των νεκρών, Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη, 3, Αθήνα, 73-85

Χετζογιαννάκη 2002: Χετζογιαννάκη N., Tοπογραφία ταφικών θέσεων σε σχέση με τους οικισμούς της εποχής του Χαλκού στη Κρήτη. Διπλωματική εργασία μεταπτυχιακού διπλώματος, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, Κρήτη.

Χριστινάκης 2000: Χριστινάκης Π. Ε., Ταφή ή καύση των νεκρών; Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3, Αθήνα, 49-71

Χριστόδουλος 2002: Χριστόδουλος Θ. Στ., «Τα ιερά μνημόσυνα», Λειτουργικά Θέματα, 2, Αθήνα

Ψευδοδιονύσιος Αρεοπαγίτης: Ψευδοδιονυσίου Αρεοπαγίτου, «Περί των επί τοις κεκοιμημένοις τελούμενων», P.G. 3, 552 - 584

Ψιλάκης 1994: Ψιλάκη Ν., Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, Ηράκλειο

Panagiotakis 2000: Panagiotakis G., Ντοκουμέντα από τη Μάχη και την Αντίσταση της Κρήτης, Ηράκλειο

Stewart 1970: Stewart MGD. G., H Mάχη της Κρήτης, Αθήναι, τ. 2, σ. 392

Vermeule 1983: Vermeule E., Η Ελλάς την Εποχή του Χαλκού, Αθήνα 1983

Vovelle 2000: Vovelle M., Ο θάνατος και η δύση: από το 1300 ως τις μέρες μας, Αθήνα

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: